Ο αντίχειράς του έπαιζε νευρικά με το ατσάλινο δαχτυλίδι που είχε στον παράμεσο.
Γυρνούσε τον κρίκο από την εσωτερική μεριά της παλάμης τόσο επιδέξια, χωρίς να χάνει μοίρα σε καμία στροφή.
Ο Πέτρος, έμοιαζε να περιμένει κάτι με υπερβολική ανυπομονησία και γύρω από το τραπέζι του στο κατάμεστο bar, υπήρχε ένα δυναμικό πεδίο που δεν επέτρεπε σε κανέναν να πλησιάσει.
Ένα δυναμικό πεδίο που έμοιαζε να πυροδοτείται από τα στροφιλίκια που έδινε στον ατσάλινο κρίκο που είχε στο δεξί του χέρι.
Με το αριστερό του χέρι κρατούσε ένα – δυσανάλογο του σωματότυπού του – πούρο το οποίο έφερνε στα χείλη του κάθε φορά που τελείωνε ένα τραγούδι.
Τώρα έπαιζε το Boat on The River των Styxx και για πρώτη φορά, έκλεισε τα βλέφαρά του για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω και εισέπνευσε τον αέρα της αίθουσας. Βαριά αρώματα, τεστοστερόνη, καπνός, οιστρογόνα και bourbon.
Σάλιο, σαπούνι και αίμα.
Χρήμα… μύριζε χρήμα απόψε. Εκείνη η μυρωδιά του χαρτιού που έχει περάσει από εκατομμύρια χέρια.
Εκείνη η μυρωδιά τον έκανε να νιώθει ζωντανός. Δεν είχε κυνηγήσει ποτέ κάτι περισσότερο από ό,τι το χρήμα.

“Στα τσακίδια όλα”, έλεγε άλλωστε, όταν ανακάλυψε ότι αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό στην κοινωνία, ήταν εκτός από ξεχωριστό και εκφυλιστικά θανατηφόρο.
“Πόσο θα ζήσω, δηλαδή;” είχε ρωτήσει τον γιατρό όταν έγινε 18 ετών και ο γιατρός τον κοίταξε συγκαταβατικά και του είπε “Όσο ένας άνθρωπος της νύχτας που παίζει τη ζωή του κορώνα-γράμματα κάθε βράδυ, σχετιζόμενος με ρεμάλια και παρανόμους!”
Και το πρόσωπο του Πέτρου, φωτίστηκε και ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
Κι ο γιατρός, του έκλεισε το μάτι.
Ο Πέτρος, πλέον, δεν θα πέθαινε από την ασθένειά του. Θα πέθαινε από σφαίρα, φαλτσέτα, τσιμεντένια παπούτσια ή δηλητήριο στο φαγητό.
Όπως του άξιζε, γιατί ήταν ο χειρότερος νονός της νύχτας.
Ο μοναδικός που δεν κυκλοφορούσε με προστασία.
Ο μοναδικός που είχε το θάρρος, το θράσος και το ύψος να σε αρπάξει από τα γεννητικά σου όργανα και να τα στρίψει αριστερόστροφα μέχρι να σπάσει φλέβα στο κούτελό σου.

Ο Πέτρος, όπως πολύ καλά κατάλαβες, είναι αριστερόχειρας και πάσχει από νανισμό. Είναι τέλος της δεκαετίας του ‘80, ο Κοσκωτάς είναι φυλακή και ο Πέτρος είναι τόσο μικρόσωμος λόγω της ασθένειας που χωρά σε μια κούτα από Pampers, αξίζοντας περισσότερα από το ίδιο το σκάνδαλο κι όμως, δεν τον γνωρίζει κανείς. Δεν θέλει να τον γνωρίσει κανείς. Δεν τον νοιάζει η δόξα, ούτε να τον θαυμάσουν τα κορίτσια. Ξέρει πολύ καλά πως καμία γυναίκα δεν θα πήγαινε μαζί του αν δεν την πλήρωνε.

Η ζωή του ήταν ένα μαρτύριο μετά την ΣΤ’ Δημοτικού. Τα κορίτσια, από αντικείμενο ονείρων, έγιναν ο εφιάλτης του.
Γελούσαν ακατάπαυστα αν τον εντόπιζαν να τις χαζεύει και είχε το θράσος να τις φλερτάρει. Δεν δέχτηκε ποτέ να παίξει το ρολάκι του “γλυκούλη” και του ανήμπορου, οπότε τις έγραψε όλες εκεί που δεν πιάνει μελάνι και δεν επέτρεψε στον εαυτό του να ερωτευτεί ποτέ.

Αρχικά, δικτυώθηκε, με όλη την κοινότητα των νάνων και ύστερα άνοιξε το Bar Shire-N και τα υπόλοιπα είναι ιστορία για να ξέρουν μονάχα οι μυημένοι.

Κι ένα κορίτσι 22 ετών, που χτυπάει δειλά μια βαριά μαύρη πόρτα σε ένα οροφοδιαμέρισμα στην Αχαρνών.
Από τα μαύρα της μαλλιά στάζουν κόμποι ιδρώτα στο πρόσωπό της και το λαιμό της και απορεί γιατί βρίσκεται εκεί απόψε.

Η πόρτα ανοίγει και ο πορτιέρης σηκώνει το βλέμμα του ψηλά για να την κοιτάξει στα μάτια, αλλά έχει ήδη ενημερωθεί ότι όσο κι αν δεν θα έπρεπε, είναι καλοδεχούμενη από το ίδιο το αφεντικό. Σφυρίζει στον τσεκαδόρο και εκείνος με τη σειρά του την οδηγεί στο τραπέζι του Πέτρου. Ο Πέτρος δεν θέλει, παλεύει τόση ώρα με τον εαυτό του να μη το κάνει, αλλά της χαμογελά. Τον κάνει χαρούμενο αυτή η γυναίκα.

Της έχει ήδη ετοιμάσει τον “θρόνο” του καταστήματος, την μοναδική καρέκλα για το ύψος της, μια μπρεζιέρα με μπακλαβαδωτή μπροντώ ταπετσαρία και χρυσά κουμπιά. Την καρέκλα της μακαρίτισσας της γιαγιάς του.

Δεν την θεώρησε ποτέ ψηλότερη, άλλωστε την γνώρισε γονυπετή να ψάχνει τα κλειδιά του σπιτιού της μέσα στη λάσπη.
Όταν πρωτοκοίταξε μέσα στα μάτια της, ήταν στην ίδια ευθεία. Κι εκείνη κρατούσε ένα φακό στο στόμα της και σκάλιζε τη βρώμα της λάσπης και με τα δυο χέρια. Γύρισε το κεφάλι της και ο φακός της του φώτισε το πρόσωπο κι εκείνη χαμογέλασε και της έπεσε ο φακός από το στόμα.

Και τα κλειδιά βρέθηκαν κι ο φακός έμεινε στα χέρια του Πέτρου. Την κάλεσε να της δώσει πίσω το φως κι εκείνη αποδέχτηκε την πρόσκλησή του έχοντας δεύτερα κλειδιά στην τσάντα της για εκείνον. Κάτω απο τα νύχια τους έχουν ακόμη λάσπη μα οι ψυχές τους ξεπλύθηκαν απο τη βροχή.

Ένα ουράνιο τόξο αρχίζει από την μια καρδιά και καταλήγει στην άλλη.
Και τώρα ο θάνατος δεν έχει εξουσία.

Τώρα ο Πέτρος γνώρισε τη Χλόη και θα σταματήσει να “κυλάει” για να κολλήσει επάνω του εκείνη.
Τώρα παίζει το I want know what love is των Foreigner.