Σας ευχαριστώ.
Που σημαδέψατε με γλυκύτητα τα παιδικά μου χρόνια, ματώνοντας τα γόνατα σας μαζί με τα δικά μου στις αλάνες, με ατέλειωτη μπάλα και ποδήλατο στις γειτονιές, με κρυφτό, κυνηγητό και «μήλα». Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που με συντροφεύατε στις μεγάλες, αξημέρωτες φοιτητικές μας νύχτες, όταν αλητεύαμε στους δρόμους και δεν είχαμε περάσει ούτε απέξω απ’ τη σχολή. Αλλά την κρίσιμη ώρα, διαβάζατε μαζί μου, μπας κι αξιωθώ να πάρω το ρημαδοπτυχίο και χαρούν οι αγχωμένοι γονείς μου. Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που την ημέρα της αποφοίτησης μου, γεμίσατε το αμφιθέατρο και το γκρεμίσατε σχεδόν από τις φωνές, τα σφυρίγματα, τα καπνογόνα και τις κόρνες. Και που το βράδυ με γυρίσατε σπίτι σηκωτό και με βάλατε να ξαπλώσω, αφού είχα πιει όλη την κάβα του μαγαζιού! Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που επί μήνες ερχόσασταν βράδυ στα κάγκελα του στρατοπέδου για να μου κρατάτε συντροφιά στη σκοπιά, μέσα στο κρύο του χειμώνα, καπνίζοντας μαζί μου ένα τσιγάρο ή φέρνοντας μου στη ζούλα καμιά ρακή να ζεσταθώ. Κι αν τυχόν μας κάναν τσακωτούς στην έφοδο, βγαίνατε μπροστά και παίρνατε όλη την ευθύνη – δήθεν ότι προσπαθούσα να σας διώξω – για να γλιτώσω την «καμπάνα». Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που τη μέρα που έχασα τη δουλειά μου, ήρθατε σπίτι μου και μου αφήσατε «με τρόπο» ένα φάκελο πάνω στο τραπέζι με το υστέρημα του ο καθένας σας, για να βγάλω τον μήνα. Που μιλήσατε σε φίλους, γνωστούς, συγγενείς σας, μπας και με πάρει κάποιος στη δούλεψη του έστω και 4ωρο, έστω με μισό ένσημο, έστω με μισό μεροκάματο. Που για να μη μείνω κλεισμένος μέσα, δε με αφήσατε ποτέ να πληρώσω, μέχρι να τακτοποιηθώ. Δε θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που τη μέρα που έχασα τη μητέρα μου, ήρθατε και ξενυχτήσατε μαζί μου. Και μετά δεν με αφήσατε μόνο μου για μέρες, παρά μείνατε σπίτι μου και κοιμόσασταν στο πάτωμα, μου μαγειρεύατε (ποτέ δεν ξανάφαγα τόσο νόστιμες ομελέτες, φτιαγμένες με νοιάξιμο και αγάπη από εσάς), μέχρι και πλυντήριο μου βάζατε, μέχρι να σιγουρευτείτε ότι δεν θα κάνω καμιά παλαβομάρα πάνω στην απελπισία μου. Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που τη μέρα που γεννήθηκε το αγγελούδι μου, μου στείλατε τόνους από λουλούδια, μπαλόνια και δώρα στο μαιευτήριο (μέχρι και παρατηρήσεις μου κάνανε από τη διεύθυνση!). Που σε κάθε γιορτή του και γενέθλια, τον γεμίζετε με την αγάπη σας και τη στοργή που τόσο χρειάζεται, από όταν μας εγκατέλειψε η μητέρα του. Που έρχεστε μαζί μου ακόμα και στις σχολικές του γιορτές, για να μην αισθανθεί στιγμή την όποια απουσία. Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που την κρίσιμη στιγμή του χειρουργείου, στηθήκατε στην ουρά να δώσετε αίμα. Που ξενυχτήσατε επί μέρες στους διαδρόμους ενός κρύου νοσοκομείου. Και δεν φύγατε μέχρι να σιγουρευτείτε, μέχρι να ορκιστεί ο γιατρός μου στη ζωή των παιδιών του ότι σας λέει όλη την αλήθεια, ότι δεν θα πεθάνω, ότι είμαι καλά και θα ξανασταθώ στα πόδια μου. Δεν θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Που την μέρα που ενώθηκα με το άλλο μου μισό, μετά από τόσα χρόνια ταλαιπωρία, ταξιδέψατε χιλιόμετρα με αμάξια, πλοία κι αεροπλάνα για να είστε δίπλα μου εκείνη την όμορφη στιγμή. Που πόνεσαν τα πόδια μας απ΄ τον χορό και οι κοιλιές απ’ τα γέλια (οκ, κι απ’ το φαΐ!) και είδαμε όλοι μαζί την ανατολή του ήλιου, εξαντλημένοι, ξάπλα στο χορτάρι, με λυτές γραβάτες και πεταμένα παπούτσια. Δε θα το ξεχάσω.
Σας ευχαριστώ.

Όλους εσάς που μοιράζεστε την καλοσύνη και την αγάπη σας μαζί μου. Που μου δείχνετε καθημερινά ότι εκτός από πηχτό σκοτάδι, στις ψυχές των ανθρώπων, κάποιων έστω ανθρώπων, μπορεί να υπάρχει και άπλετο φως. Για το καθαρό σας βλέμμα, την καθαρή καρδιά και τα καθαρά λόγια. Για τις ωραίες κουβέντες, τα λόγια παρηγοριάς, τα φοβερά αστεία, τα μεγάλα γλέντια.

Όπου και να βρίσκεστε τώρα. Στη δουλειά, στο σπίτι, στις διακοπές, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα. Αν είστε κοντά μου ή μακριά μου. Για όσους (ευτυχώς λίγους) με βλέπετε από ψηλά.
Αν φτάνει η φωνή μου και η σκέψη μου σε εσάς.
Είστε οικογένεια μου. Σας αγαπώ. Και σας ευχαριστώ.