«Μανούλα μας καλή;»
«Ορίστε»
«Σε αγαπώ πολύ!»
«Κι εγώ σε αγαπώ πολύ!»
«Ναι αλλά, εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα! Εσύ;»
«Τι να σου πω, βρε αγάπη μου! Πέθανε εσύ και βλέπουμε!»
«Είδες, μωρό μου; Μόνο ο θάνατος θα μας χωρίσει!!!»

(φτύνουμε αμφότεροι τον κόρφο μας)

Φήμες λένε ότι απόψε θα κοιμηθώ στο χαλάκι της πόρτας! Και να δεις που δεν μου το είχα το παραμύθι και το χάπι εντ αλλά να, μερικές φορές πρέπει να το πάθεις για να το πιστέψεις!

Πριν μερικά χρόνια, έξι για την ακρίβεια, είχα ένα αίτημα φιλίας από έναν άγνωστο. Μπαίνω προφίλ, κλειστό, δεν μπορούσα να δω κοινούς φίλους. Χμ χμ χμ… Παίρνω τηλ την αδερφή την χάκερ (πλάκα κάνω, κυρ αστυνόμε μου, χάκερ την φωνάζαμε χαϊδευτικά όταν ήταν μικρή, από το Χαμογελαστό Κεράκι βγαίνει, έχουμε και λίγο ινδιάνικο αίμα στις φλέβες μας, ναι, ναι, αλήθεια) δες αυτόν τον τύπο, μπορείς να δεις φωτό; Πώς να τις δει, η έρμη, χάκερ είναι; Ε άντε, λέω, ας τον κάνω φίλο. Μπαίνω, λοιπόν, κυρία στο προφίλ του, αμάν, τι κόμματος είναι αυτός, γιαμ! Και να μια φωτό στο αυτοκίνητο, κι άλλη μια στη φύση, μπροστά από έναν γκρεμό (λίγο πιο πίσω, λίγο ακόμη, κι άλλο, ουπς!!!!) και μια τρίτη με γυαλί ηλίου αλήτικο (από εκείνα τα γνωστά που θα έκαναν τον Κουασιμόδο να μοιάζει στον γλυκό μου τον Τζέισον τον Στέιθαμ). Εδώ είμαστε.

«Καλησπέρα. Ευχαριστώ πολύ για το αίτημα φιλίας. Γνωριζόμαστε εκτός;» (τι ρωτάς, καλή μου, θα τον ήξερες εκτός και θα σου είχε ξεφύγει;;)
«Καλησπέρα, εγώ ευχαριστώ για την αποδοχή. Όχι, δεν γνωριζόμαστε. Καλή συνέχεια»
Ωπ, τι έγινε ρε παιδιά; Ποιος έσβησε τα φώτα; Πώς με ξεπέταξε έτσι; Ακολουθεί σύσκεψη με την κολλητή, το και το. Να και οι φωτογραφίες του. Well done και κοίτα να τα κάνεις πάλι μαντάρα. Αυτό είναι το καλό με τους κολλητούς που εκτελούν και χρέη αδελφών, σε κράζουν πριν κάνεις για να μην κάνεις και συμφέρουν!

Με τα πολλά, άρχισαν κάτι συζητησούλες, κάτι τραγουδάκια, κάτι ατάκες (πλάκα έχεις, μου αρέσεις!) Σιγά, μας τα είπαν κι άλλοι αυτά! Να μην πολυλογώ, κανονίσαμε να περάσουμε το Πάσχα μαζί (στο εντελώς άκυρο, γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου να εμπιστεύομαι ελαφρά τη καρδία και, ακόμη και σήμερα, απορώ πώς το έκανα)

Και περάσαμε το Πάσχα μαζί. Και ήρθε η ώρα να γυρίσουμε, εγώ Θεσσαλονίκη, εκείνος Θάσο. Και δώστου τα τηλέφωνα, και να τα μηνύματα, και άντε έλα. Ε και πήγα. Και άρχισαν τα πήγαινε έλα, τα μου λείπεις, τα δεν θα έρθεις αυτή τη βδομάδα; Πατήσαμε κι ένα πατιρντί καλό – το οποίο ο χρυσός μου το θυμάται όπως τον βολεύει αλλά, να ξέρεις, εγώ λέω την αλήθεια, εμένα θα ακούς – και να τα πατώματα και τα τσιγάρα και τα energy drinks – μη γελάς, δεν πίνω αλκοόλ. Και φτάσαμε στο δια ταύτα, η επανασύνδεση. Όπου έγινε μια κουβέντα εφ όλης της ύλης. Και έμαθα, μεταξύ άλλων, τα εξής: Σε μια εκδρομή στο νησί, ο γλυκός μου με είδε στο καραβάκι. Κι έτσι άρχισε την έρευνα στο διαδίκτυο. Επί δύο χρόνια. Και μια μέρα τον λυπήθηκε γνωστό σάιτ γνωριμιών (ιδέα δεν έχω πως βρέθηκε το προφίλ μου εκεί, κάποιος θα το έφτιαξε ερήμην μου, έχω και αδελφή χάκερ, πάμε μια βόλτα;) και του εμφανίστηκα ως ιδανικό ταίρι. Και με βρήκε στο facebook και περάσαμε όμορφααααα. Και από τότε, συνεχίζουμε να περνάμε, πότε όμορφα, πότε εκνευριστικά, πότε τέλεια και πότε άντε και παράτα μας. Α, ότι παντρευτήκαμε το είπα; Ναι, βέβαια, με δόξα και τιμή στο δημαρχείο, μεγάλη επιτυχία, η γραμματέας του δημάρχου συγκινήθηκε (ίσως με λυπήθηκε που ήμουν με την κοιλιά τούρλα παραμονή δεκαπενταύγουστου) και πήγαμε και στην…ταβέρνα! Αμ πως!!! Και πέρυσι η «μεγάλη» μας, έγινε μεγάλη αδερφή και μας μαλώνει όταν κλαίνε τα αδέλφια της, γιατί τα αγαπάει και δεν αντέχει να τα ακούει να κλαίνε (εκτός κι αν κλαίνε γιατί τους έριξε μια τσιμπιά στα κρυφά, εκεί δεν μετράει η συγγένεια!!)

Και έτσι, που λες, πορευόμαστε οικογενειακώς, γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, μονιάζουμε, όλα μαζί.

Και, ναι, τα παραμύθια και τα meant to be συμβαίνουν. Απλά δεν τα πιστεύουμε μέχρι να συμβούν σε εμάς. Κι όταν συμβούν, μας τρομάζουν και πολλές φορές κρατάμε αποστάσεις μην τυχόν και από Σταχτοπούτες και πρίγκιπες, γίνουμε άνθρωποι αληθινοί, πληγωμένοι και φοβισμένοι. Ίσως, όμως, πρέπει να δίνουμε στα παραμύθια την ευκαιρία που τους αξίζει, να πιστεύουμε στη δύναμή τους και να τα διηγούμαστε, χρόνια μετά, στα εγγόνια μας. Εξ άλλου, το «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» μπορεί να είναι κλισέ αλλά, είναι στο χέρι του καθενός μας να το ζήσει. Αρκεί να το πιστέψει.

Υστερόγραφα
1.Το κείμενο αυτό βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η ζωή, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ξεπερνά την μυθοπλασία.
2.Η ιστορία που μόλις διάβασες είναι εμπνευσμένη από το κείμενο του Φυστικιού που κυλάει «Σε μισώ»  (καταλαβαίνεις, φυσικά, ότι μαζευτήκαμε οι απόγονοι των Απάτσι στο thebluez.gr .  Ναι, κυρ αστυνόμε, τρίτα κουμπαροξαδέρφια με το Φυστίκι!)
3.Η αδερφή μου δεν είναι χάκερ.
Και μια αφιέρωση: σε όλους εσάς που ήταν ή, είναι γραφτό σας να είστε μαζί!