Πάει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που σταμάτησε να ακούει. Καμιά φωνή δεν την άγγιζε. Κανένας ήχος δεν διαπερνούσε το φράγμα του μυαλού της. Οι γιατροί ωστόσο δεν έβρισκαν καμία παθολογική αιτία. «Δεν θέλει να ακούει.»

Μόνιμα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο του δωματίου της και κοιτούσε τον δρόμο. Επίμονα. Σαν κάτι να περίμενε. Αντιδρούσε μηχανικά στα ερεθίσματα. Σαν καλορυθμισμένο ρολόι λειτουργούσε το μυαλό της. Η ώρα του πρωινού, του μεσημεριανού, του βραδινού, η ώρα του ύπνου. Ενδιάμεσα καθόταν καρφωμένη δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσε τα αυτοκίνητα που περνούσαν στο δρόμο κάτω από το σπίτι. Όλοι είχαν παραιτηθεί από την προσπάθεια να την προσεγγίσουν. Όποιος προσπαθούσε αντιμετώπιζε την εκκωφαντική σιωπή της. Το βλέμμα της παγωμένο. Σπανίως μιλούσε. «Για να μιλάει, σημαίνει ότι ακούει.» έλεγαν. Συχνά, όταν της απηύθυναν το λόγο, καθόταν σαν ένα κουβάρι στο κρεβάτι της και έκρυβε το πρόσωπό της στα γόνατά της. Φασαρία. Δεν άντεχε τη βαβούρα. Καμιά φωνή δεν γέμιζε το κενό.

Μόνο εκείνη τολμούσε να την πλησιάσει. Μόνο εκείνη έμπαινε στο δωμάτιο σχεδόν με θράσος, άνοιγε την μπαλκονόπορτα για να μπει φρέσκος αέρας και της μιλούσε σαν να αδιαφορούσε που δεν την άκουγε.
«Ξέρω πως καταλαβαίνεις. Ξέρω πως ακούς.» έλεγε επίμονα και μιλούσε ακατάπαυστα για όσα συνέβαιναν.
«Όχι.» Κουνούσε το κεφάλι της αρνητικά. Φύγε τώρα, της έκανε νόημα. Αλλά εκείνη θρονιαζόταν στην κουνιστή πολυθρόνα στην γωνία του δωματίου. Άνοιγε τον υπολογιστή και έβαζε μουσική. Δυο φορές τη βδομάδα έμενε μαζί της μέχρι τα μεσάνυχτα κι έβαζε ραδιόφωνο. «Είμαι σίγουρη ότι ακούς. Δεν μπορεί να μην ακούς.»

Έμενε ξαπλωμένη και κοιτούσε το ταβάνι. Κάποια βράδια, ακούγοντας το σταθμό χαμογελούσε και άλλα τα δάκρυά της έβρεχαν το μαξιλάρι της. «Είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνεις. Δεν γίνεται να μην καταλαβαίνεις.» της έλεγε και ξανάλεγε. «Μην παραιτείσαι. Όχι τώρα. Όχι ακόμα.» Όταν τέλειωνε η εκπομπή την έπαιρνε πια ο ύπνος κι εκείνη τη σκέπαζε κι έβγαινε από το δωμάτιο.

Κάθε πρωί σηκωνόταν και πλησίαζε στο παράθυρο. Τραβούσε την κουρτίνα και κοιτούσε στο δρόμο. Δεν θα ερχόταν. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Όλοι το έλεγαν ότι δεν θα έρθει ποτέ ξανά. Ούτε εκείνος ούτε και κανείς άλλος. Κανείς.

Ένα πρωί ήρθε πάλι εκείνη. Πρώτη φορά ερχόταν πρωί. Πήγε και την τράβηξε απαλά από τον ώμο.
«Άκου. Ξέρω. Ξέρω ότι περιμένεις στη σιωπή για να διαπραγματευτείς με το χρόνο, με τον πόνο, με το φόβο. Ξέρω ότι κανείς δεν πιστεύει πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Όμως εγώ δεν πιστεύω ότι θα αργήσει, κοριτσάκι. Θα έρθει. Όταν θα είσαι έτοιμη να ακούσεις, να δεχτείς, θα έρθει. Μην ακούς τι λένε.»

Της έκανε νόημα δείχνοντας της με ένταση το παράθυρο. Πήρε ένα τετράδιο κι έγραψε με κεφαλαία γράμματα «ΜΑ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ. ΔΕΝ ΘΑ ΕΡΘΕΙ. ΚΙ ΕΓΩ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ.» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Άνοιξε το τετράδιο κι άρχισε να γράφει ασταμάτητα. Πέρασε όλο το απόγευμα έτσι. Εκείνη στην κουνιστή πολυθρόνα την παρατηρούσε σιωπηλή. Ήταν Πέμπτη βράδυ. Ήταν η ώρα. Άνοιξε τον υπολογιστή. Πάλι τον ίδιο σταθμό. Dean Martin, Sway. Χαμογέλασε και πήγε στην ντουλάπα κι έβγαλε εκείνο το κίτρινο φόρεμα με τον φιόγκο στη μέση και την βοήθησε να το φορέσει. Την κοιτούσε απορημένη. «Τι κάνεις;» της έκανε νόημα με βλέμμα γεμάτο απορία. «Θα έρθει.» της είπε. «Το ξέρω πως θα έρθει.»

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Τον είδε να στέκεται εκεί μπροστά της και να της χαμογελάει. Άπλωσε το χέρι του ζητώντας της έναν χορό. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και μία κοίταζε εκείνη και μία εκείνον. Σηκώθηκε και τον πλησίασε. Την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του και της ψιθύρισε τραγουδιστά «Ι can’t go on without you!”
«Ούτε κι εγώ.» του απάντησε και χαμογέλασε.

Εκείνη βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Σημασία δεν έχει τίποτα άλλο από το να πιστεύεις ό,τι θα συμβεί. Και συνέβη. Όταν είσαι έτοιμος να δεχτείς, να ακούσεις, τότε όλα έρχονται. Συμβαίνουν.

*(Στη Φραν…γιατί πιστεύει ότι τα πράγματα γίνονται.)