Η κουζίνα κι εγώ έχουμε μαλώσει εδώ και χρόνια.
Για αρκετό καιρό η κουζίνα ήταν παρασκευαστήριο γάλακτος. Και αποστειρωτήριο. Και ολίγον αρμεχτήριο.
Μετακομίσαμε σε καινούργιο σπίτι με μεγάλη κουζίνα, την έφτιαξα όπως την ονειρευόμουν, άνετη, ευήλια, ευάερη και με έφαγε ο άντρας μου ότι ΤΩΡΑ θα μαγειρεύω.
Μαλώσαμε για το τι κουζίνα θα βάλουμε, αερίου ή ηλεκτρική, του έριξα πρόλογο, αφού θες εγώ να μαγειρεύω, εγώ αποφασίζω. Άραξε στον καναπέ σου εσύ να με κοιτάς και τον έπεισα εννοείται με συνοπτικές διαδικασίες και τι κατάλαβα; Κέρδισα; Έχασα; Τσίκνησαν τα μαλλιά μου, μύρισε η μπλούζα μου. Θα σας τα πω.

-Γιατί βρε μανάρι μου; Αφού σ’ αρέσει το φαγητό της μανούλας σου. Τι φαγώθηκες τώρα να τρως τα δικά μου, που μια φορά το αλάτι δεν το έχω πετύχει και πότε είναι στεγνά, ποτέ καμένα;
-Άλλη χάρη έχει από εσένα αγάπη μου.

Παρ’ τα τώρα μωρή άρρωστη, στήσου τώρα με τις ώρες μπροστά από τον πάγκο. Ε ναι! Έτσι ναι. Αλλά να μη με νοιάζει τι φαγητό θα βγει, αν θα το φάνε τα παιδιά, ούτε αν θα πετύχει στις αναλογίες. Να φοράω μόνο μαγειρική ποδιά και πάρε και δώσε και μπροστά στον πάγκο και πάνω και μέσα στα ντουλάπια και να γίνει η κουζίνα θερινή. Να κρεμαστώ από το καμίνι και μπροστά στο νεροχύτη, να με βρέχει με τα απόνερα και να διαγράφεται το στήθος μου. Και μετά επάνω στο τραπέζι και πάει κάηκε το κοτόπουλο, πήρε φωτιά το σπίτι, το Κορδελιό, στέγνωσε το μοσχάρι, στ’ @ρχίδια μας, εμείς μούσκεμα είμαστε και αλλάξαμε θέμα, αλλάξαμε κλίμα, τι λέγαμε;
-Νόστιμο μωράκι σήμερα το φαγητό.
-Πλάκα μου κάνεις ρε αγάπη μου; Με το ζόρι τρώγεται το… Τι είπαμε ότι έκανα;
-Εμένα μου αρέσει πολύ το γιουβέτσι σου! Σ’ αγαπάω!
-Κι εγώ σ’ αγαπάω
-Θα μου τηγανίζεις ψαράκι αύριο;
-Είπαμε σ’ αγαπάω, μην το γ@μήσουμε τώρα.

Κι εγώ τον αγαπάω, αλλά ψάρια ούτε καθαρίζω ούτε τηγανίζω. Δηλαδή οι ταβέρνες τι να κάνουν; Να κλείσουν; Τέλος πάντων, φάγαμε τι φάγαμε από το ψόφιο γιουβέτσι εκείνη την ώρα. Το βράδυ φάγαμε τορτίγιες με σαλαμάκι κασεράκι, την άλλη μέρα ομελέτα. Ούτε να το δούμε δεν θέλαμε το γιουβετσάκι, όλο δικαιολογίες βρίσκαμε, παραγγείλαμε και πίτσα, άλλαξε οχτώ χρώματα μέσα στο τάπερ. Άντε πλένε πάλι τάπερ γαμώ την ατυχία σου. Έφαγε κι ο σκύλος λίγο.

Το τάπερ, του τάπερος γινόταν στην κουζίνα! Συμμαζεμένη πάντα -λογικό- και καθαρή, αλλά η στοίβα από τα τάπερ εκεί. Και επειδή έχω τους ψυχαναγκασμούς μου και ωροσκόπο στην Παρθένο, ούτε ήθελα να τα βλέπω αλλά φοβόμουν λίγο ότι αν τα συμμαζέψω θα ξεχάσω να τα επιστρέψω και θα κορυφωνόταν η αγωνία για το αν θα έχει τάπερ η μάνα μου και η πεθερά να μου στείλουνε φαγάκι. Γι’ αυτό τα στοίβαζα σε εμφανές σημείο, έμπαινες έβγαινες εκεί. Μπάστακες τα τάπερ χωρισμένα σε ομαδούλες. Της μαμάς, της πεθεράς, της κουμπαράς, της γειτόνισσας κ.ο.κ. Κάποιες προσφορές από τάπερ τις αρνιόμουν. Εντάξει δηλαδή να με ρωτάνε αν θέλω φασολάκια ή μπάμιες; Όχι, υπάρχουν και τα γυράδικα (σουβλατζίδικα).

Τα τάπερ φίλοι κολλητοί αλλά η χύτρα γνωστή-άγνωστη. Κάπου είχαμε γνωριστεί από μακριά, νομίζω την ημέρα του γάμου μου, ήρθε σπίτι μου απρόσκλητη, αντί για ένα ταξίδι στη Ρώμη που τόσο ονειρευόμουν. Τις κατσαρόλες σηκώστε τις ψηλά, εγώ την είχα χαντακώσει κάπου κάτω-κάτω να μην την παίρνει το μάτι μου. Παρθένος είπαμε, γκουμούτσα ήταν κιόλας και μάλλον είχα πετάξει το μάνιουαλ μαζί με την κάρτα: «να ζήσετε παιδί μου πάντα ευτυχισμένοι, ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι». Μα καλά, σεξ δεν είχε κάνει ποτέ η θεία Νίτσα;
-Μαμά, θα μου κάνεις φακές;
-Παιδί μου είναι τόσο εύκολο! Να σου κάνω, αλλά μάθε επιτέλους να κάνεις κι εσύ. Με τη χύτρα είναι 5 λεπτά υπόθεση. 35 χρονών έφτασες, παιδιά έχεις.
-Ναι μαμά, την επόμενη φορά.

Και ερχόταν το τάπερ με τη φακή, άνοιγα και κάνα δυο κονσέρβες κάνα παστό, κάνα καπνιστό, κάνα πιπεράτο αέρος και ήμασταν άρχοντες.
Παλιά στο Τέξας, φοιτήτρια ούσα, έκανα την δίαιτα που τρως 2 φύλλα μαρούλι με ένα κουταλάκι λάδι μετά το γυμναστήριο, λίγο πριν λιποθυμήσεις. Έτσι έγινα ειδική στις σαλάτες. Ο αδερφός μου με ρωτούσε, τι κάνω και τις κάνω τόσο νόστιμες. Αλήθεια ήταν νόστιμες, προφανώς γιατί δεν ήθελαν μαγείρεμα. Μια απλή ανάμειξη φρεσκοκομμένων υλικών και τσουπ: Φαί! Και γλυκά! Έχω την τέχνη μου εκεί και μεγάλη αδυναμία. Αυτός που είπε ότι το γλυκό θέλει να ακολουθείς τη συνταγή, δεν με έχει γνωρίσει απλά ακόμα. Πάστρυ σεφς, ιτ μάι νταστ. Με ένα κάτι σαν cheesecake έριξα τον άντρα μου και με μια μακαρονάδα με σολομό αυτοσχέδια κι αυτή. Αλλά το γλυκό δεν είναι για χόρταση.

Μωρέ δεν με πειράζει να μαγειρεύω που και που. Όποτε έχω όρεξη, ή όταν θέλω να φάω κάτι ιδιαίτερο. Αλλά άκου να δεις τώρα τι έχω πάθει. Είναι σοβαρό, ανίατο, θα κρατήσει 13 χρόνια και λέγεται ολοήμερο σχολείο. Ήττα σου λέω. Κάθε μέρα πρέπει στέλνω φαγητό στο σχολείο. Και όχι, δεν έχω κάνει κάποιο αποτρόπαιο έγκλημα για το οποίο πρέπει να τιμωρηθώ. Έτσι γίνεται λέει πάντα.

«Νέα γυναίκα εκλιπαρούσε για δύο μερόνυχτα γονυπετής την μητέρα της για ένα τάπερ φαγητό, ομολόγησαν οι γείτονες».
«Κατάπτυστη μητέρα νηπίων στέλνει στο σχολείο τάπερ με πίτσα κάθε μέρα.»
«Τα τορτελίνια μάρκα μ’ έκαψες ανακηρύσσουν την τάδε μαμά την καλύτερη πελάτισσα όλων των εποχών»

Πολύ κουραστικό. Δηλαδή αυτό το κάθε μέρα πλύνε, μαγείρεψε, γέμισε, βάλε στην τσάντα και ξανά μάνα το ίδιο, σκέψου και πρωινό, ψώνισε κιόλας, πλύνε και κάνα φρούτο. Αυτό ψυγείο. Αυτό όχι. Αυτό καίει τώρα, θα το βάλεις μετά. Αυτό χωσ’ το από τώρα στην σάκα να είναι έτοιμο. Αλλά η περηφάνια που νιώθω όταν ανοίγω το τάπερ και το βλέπω άδειο! Και όταν μου λένε: «το έσκισα μαμά το φαγητό μου σήμερα! Γεια στα χέρια σου». Άλλο πράγμα. Και η χαρά να τα ετοιμάζω εδώ που τα λέμε! Όσο κουρασμένη κι αν είμαι. Με πολλή αγάπη. Με πολλή φροντίδα. Όσο καλύτερα μπορώ!

Μπράβο σας κορίτσια όσες μαγειρεύετε καθημερινά. Τρίτη εβδομάδα και κουράστηκα ήδη και έχω πάρει και 5-6 τάπερ.

Υ.Γ. Έχω βρει ΤΗ ΛΥΣΗ: θα μάθουν τα παιδιά να μαγειρεύουν! Από τη γιαγιά τους. Ξεκινάνε σεμινάρια! Τι δραστηριότητες και ζωγραφικές και χοροί και καράτε και μαλακίες. Μαγειρική! Εντατικά!

Μαμά σε αποδόμηση