«Τι λες τώρα! Πω πω! Αν είναι δυνατόν! Ωχ τι πάθαμε! Αμάν αμάν!»

Μια μεγάλη παύση ακολουθεί το “μοιρολόι” καθώς ξεκλειδώνω την πόρτα μαλακά και μπαίνω στο σπίτι.

«Ηρέμησε βρε Αγλαΐα μου! Μη κάνεις έτσι!»

Κατευθύνομαι αθόρυβα, (ή έτσι ελπίζω) προς την κουζίνα, για να παρατήσω τα ψώνια και αντιλαμβάνομαι το γεμάτο φρίκη πρόσωπο της μάνας μου. Τα μάτια της έχουν ανοίξει διάπλατα και το κρεμασμένο σαγόνι της, το μισοκρύβει με το χέρι της.

«Αν είναι δυνατόν! Αν είναι δυνατόν!» ουρλιάζει δυνατότερα.
«Και τι είπε ο παπάς;» μερικές άναρθρες κραυγές ακολουθούν.
Εγκαταλείπω την κουζίνα ακροπατώντας και ελπίζοντας ότι η μάνα μου είναι αρκετά απασχολημένη με το “αρχαιοελληνικό δράμα”, ώστε να μη με προσέξει.

«Α να, να, ήρθε η Μάγδα!»
(που σου ρε γαμώτο την γκαντεμιά μου μέσα!) «Έλα, έλα Μάγδα! Έλα ν`ακούσεις!» ουρλιάζει η μάνα μου σε έξαλλη κατάσταση προτάσσοντας το τηλέφωνο.
«Έλα να ακούσεις! Πω πω! Τι έπαθε η θειά σου!»

«Τι έπαθε η θειά μου;» ρωτώ εκνευρισμένη και την κοιτώ καχύποπτα, γιατί ως γνωστόν η Αγλαΐα, η Σία η Μία και όλες οι θείες κάτι παθαίνουν, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.
«Πάρε πάρε!» Παίρνω το τηλέφωνο και με σφιγμένα χείλη ρωτώ, προσπαθώντας να γλυκάνω τη φωνή.
«Έλα θεία μου, τι έπαθες;…» (Σου κάηκε το παστίτσιο; Τσίμπησε ο κόκορας το πρωτοτριτοτέταρτο μπαντζανάκη της θείας Μαριγούλας από τον πέρα μαχαλά; )

«Άστα πιδί μ’, άστα! ΤΙ ΠΑΘΑΜΙΙΙΙΙΙΙΙ!» οδύρεται μια φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Πάει τ` αυτί!
«Τι πάθατε;» ρωτάω ξεφυσώντας και σηκώνοντας τα μάτια μου στο ταβάνι, καθώς απομακρύνω σε απόσταση ασφαλείας το ακουστικό. (Κρίμα είναι να καταντήσω κουφάλογο νέα γυναίκα και τι να πω στο γιατρό; Πως το‘παθα; Από σκούξιμο θειάς;).
«Αχ!» ακούγεται βαρύς, βαρύς, ο αναστεναγμός.
«Αχ παιδί μου! Αχ τι πάθαμι! Αχ να σκάσου είμι!».
«Θα μου πεις βρε θεία ή θα σκάσεις εμένα πρώτα;». Η καρδιά μου έχει αρχίσει να κτυπά πιο δυνατά, τραγουδάκια αρχίζουν να παίζουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Μωρέ λες να έγινε τίποτα σοβαρό;

«Δε θα το πιστέψεις, δε θα το πιστέψεις!»
μονολογεί από δίπλα η μάνα μου, που της ρίχνω ένα ερωτηματικό βλέμμα, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί αυτό που άκουσε τρίβοντας το μέτωπο της. Ακούγονται μερικοί ακόμα βαθιοί αναστεναγμοί από την άλλη άκρη του σύρματος και αγκομαχητά σαν να ανεβαίνει στο Έβερεστ.
«Ωχ αναμένεται χιονοστιβάδα», σκέφτομαι.
«Μας κάναν ΜΑΓΙΑΑΑΑΑΑΑ!» ουρλιάζει ξαφνικά σε κατάσταση μισοϋστερίας η θειά μου.
Κοκάλωσα! Αμ δε φταίνε αυτές! Εγώ φταίω που ακόμα τους δίνω σημασία και ξαφνικά δε μπόρεσα να κρατηθώ, έμπηξα τα γέλια. Να γελώ, να γελώ και να μη μπορώ να σταματήσω!

«Καλέ τα πράγματα είναι σοβαρά, τι γελάς;» με μαλώνει η μάνα μου, ενώ η θεία μου από την άλλη άκρη της γραμμής αρχίζει να πυροβολεί χωρίς ανάσα, χωρίς οίκτο, τα νεύρα μου.
«Ναι, ναι γέλα, γέλα! Μες του ίδιου μ’ του σπίτ’ ήρθαν οι κερατάδες και μ’ ρίξαν τα μάγια! Σ’ λέω βρήκαμι κάτ’ διαβουλικά πράματα κι νικρουκιφαλές μες του ίδιου μ’ του ΣΠΙΤ!»
«Τι βρήκατε ρε θεία;» τη ρωτώ προσπαθώντας να συγκρατήσω το γέλιο μου και σκουπίζοντας τα υγρά μάτια μου. (Να ‘σαι καλά βρε θειά, θα γλιτώσω και τις σταγόνες σήμερα!)
«ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ; Μας βάλαν ΜΑΓΙΑΑΑ! Κάτ’ νικρουκιφαλές κι κόκαλα σ`ένα κτί»
«Νεκροκεφαλές και κόκαλα;»

«Ναι ναι! Σ΄ένα κτί. Και του ‘πα στουν παππούλ’ και μου πε, σ’ κάναν μάγια!» «Και πως το βρήκες το κουτί;»
«Α; Πως του βρήκα; Είπι του πιδί να καθαρίσ’ του πατάρ’ και κει του βρήκε» «Που το βρήκε;» ρωτάω με τόνο αμφισβήτησης (Δε κρατώ κι εγώ το στόμα μου κλειστό!).
«Στου πατάρ! Μες του ίδιου μ’ του σπίτ’!»

«Άι καλέ θεία κάθομαι και σε ακούω! Πώς να το βάλε κανείς στο πατάρι;» και κάνω εικόνα δύο ολοστρόγγυλες μουστακαλούδες μαυροφορεμένες θείτσες, ενάμιση μέτρο με τα χέρια στην ανάταση, να προσπαθούν να σκαρφαλώσουν η μια πάνω στην άλλη, για ν`αφήσουν τα “μάγια” στο ψηλό πατάρι.

«Δε γίνεται, ούτε με σκάλα δε φτάνουμε» λέω γελώντας.
«Αφού σ’ λέου τα βρήκαμι ! Κι τα ‘δε κι ου παπάς και μου ‘πε να τα κάψω.»
«Ο παπά Θύμιος; Ααα Μάλιστα…(Το ραμολί με τα παλιακά πατομπούκαλα που δε βλέπει στα δέκα εκατοστά) και τα ‘κάψες;» είπα γυρνώντας τη πλάτη στη μάνα μου που με καρφώνει με μισό μάτι και έχει σφίξει το στόμα της αποδοκιμαστικά . Εκείνη σηκώνεται απηυδισμένη που δεν τις συμμερίζομαι και βγαίνει από το δωμάτιο φουρκισμένη.

«Ουουουουου τ’ς έβαλα φώκο! Τα κατέβασα κάτ’ στου κήπου κι τ’ς έβαλα μια ΦΟΥΤΙΑΑΑ!»
«Μπράβο, μπράβο! Στην πυρά! Αχαχαχα»
(Στη πυρά, στη πυρά με τις θεόμουρλες…)
«Αχ …μέσ’ στου σπίτι μ’, να μ’ βάλνι διαβουλουπράματα! Ακούς κακία ου κόσμους! ΑΚΟΥΣ; Ισύ να τ`ακούς αυτά που δε τα πιστεύ’ς, δε κάν’ς και κάνα σταυρό! Να δεις κακία ου κόσμους!»
«Ναι ναι…» συμφωνώ κρυφογελώντας.
«Άστα αυτά τώρα βρε θεία, ηρέμησε μη πάθεις και τίποτα, για το τίποτα»
«Για του τίπουτα;»
τσιρίζει η θειά.

Ωχ ! ΑΝΤΙΠΕΡΙΣΠΑΣΜΟΣ! Αντιπερισπασμός! Αναβοσβήνει η λέξη στο μυαλό μου και μου έρχεται φώτιση!
«Ο θείος τι κάνει;» (ε καλά δεν είπα ότι είμαι και αστέρι στον αντιπερισπασμό!)
«Καλά όπους τα ξέρ’ς» συγκρατεί τη φωνή της ξεφυσώντας.
«Ο Θάνος;»
«Καλά μια χαρά»
απαντά πιο ήρεμα τώρα.
«Καθάρισε είπες το πατάρι;»
«Ναι ΤΙ Σ’ ΛΕΕΕΕΩ τόσ’ ώρα; Στου π…»
«Καλά καλά»
την κόβω ανυπόμονη. Μήπως βρήκε εκεί ένα επιτραπέζιο παιχνίδι; Έχω φάει τον τόπο και νομίζω το ‘χα φέρει κάποια στιγμή στο χωριό. Ένα χρόνο φύλαγα λεφτά για να το πάρω, τότε ήταν ακριβά τα παιχνίδια».
«Τι πιχνίδ;»
«Ένα επιτραπέζιο … πως το λέγανε…»
«Τι;»

«Πύργος φαντασμάτων νομίζω. Σ`ένα μεγάλο κουτί ήταν…-μεγάλη παύση-… Ναι σ`ένα κουτί, μ`έναν πύργο, κάτι φαντάσματα νομίζω, σκελετούς και νεκροκεφαλές…» και ξαφνικά σταματώ. Λες; Μπα… Προσπαθώ να επεξεργαστώ αυτά που είπε και η παύση στην άλλη άκρη της γραμμής δε βοηθά.

«Θεία;»
«Μμμ;»
«Λέω, το παιχνίδι…»
«Ναι του πιχνίδ’… Εεε τι;»
«Το παιχνίδι είχε κάτι νεκροκεφαλές, κάτι σκελετούς»
«Ναι εε;»
κομπιάζει η θεία.
«Μια μικρή φωσφοριζέ νεκροκεφαλή…» παύση
«Διαβολοπράματα πιδί μ’ τι τα θες τέτοια πράματα;»

«Ρε θεία, το παιχνίδι μου έκαψες; ΔΕ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ! Το παιχνίδι μου έκαψες!»

 

Αν. Χ.