Ο Λάμπρος ήταν ένα παιδί που δεν καθόταν ποτέ ήσυχος. Μα ποτέ! Όταν ήταν μικρός, κάθε μα κάθε Απόκριες ντυνόταν το ίδιο πράγμα, για χρόνια στη σειρά. Ιντιάνα Τζόουνς. Αρχαιολόγος, δεν πολυγούσταρε να γίνει, αλλά εξερευνητής; Ναι! Να ζει στην περιπέτεια την κάθε του στιγμή; Φυσικά! Και τι δε θα ‘δινε για να σταματήσει να βαριέται. Στο σχολείο, βαριόταν. Τι τον νοιάζανε, μωρέ, οι εξισώσεις και τα ολοκληρώματα; Τρίτη Γυμνασίου πήγαινε, αλλά δεν προβλεπόταν να πήγαινε Λύκειο – κάτι τεχνικό «έπρεπε» να τελειώσει, αφού όλη μέρα φανταζόταν ατελείωτα κυνήγια θησαυρού και μούμιες να έχουν ζωντανέψει μέσα σ’ αρχαίους φαραωνικούς τάφους. Όσο ξύλο και να ‘τρώγε – εκεί, αυτός.

Έμενε σε μια μικρή κωμόπολη, ο Λάμπρος, και είχε εξερευνήσει τα μέσα και τα έξω, της πόλης, των γύρω χωριών, του νομού, της πλάσης όλης. Βέβαια – αν τον ρώταγες, ήξερε να σου πει πώς να φτάσεις στο οτιδήποτε, από το τάδε πλατάνι με τη μεγάλη τρύπα στον κορμό, έως το μόνο σημείο σε ακτίνα 110 χιλιομέτρων όπου ενώνονται τέσσερα ρυάκια.

Μόνο ένα πράγμα δεν είχε εξερευνήσει ο Λάμπρος: Το παλιό, σχεδόν ετοιμόρροπο, κάστρο έξω από την πόλη. Ο παππούς του, του είπε πως το είχαν χτίσει παλαιοί κατακτητές πριν αιώνες αμνημόνευτους, αλλά έστεκε ερειπωμένο, θεόκλειστο και απροσπέλαστο, για δεκαετίες. Ο θρύλος έλεγε πως οι κατακτητές εξόργισαν κάποιο κακό πνεύμα, μια σκοτεινή δύναμη, και μια μέρα εξαφανίστηκαν όλοι ξαφνικά, όλοι – και οι διακόσιοι πενήντα. Έκτοτε, με εντολή του κυβερνήτη της περιοχής έκλεισαν ερμητικά όλες οι είσοδοι στο κάστρο. Ο Λάμπρος δεν πίστευε σ’ αυτά, άκου λέει σκοτεινή δύναμη, σιγά μην ήταν και ο Μάμρα από τους Θάντερκατς, προφανώς δεισιδαιμονίες των προπαππούδων του ήταν όλα αυτά.

Μια μέρα, πέρασε έξω από το κάστρο βράδυ και είδε ένα αστέρι να πέφτει. Δεν τα πίστευε αυτά, αλλά παρ’ όλα αυτά ευχήθηκε ασυναίσθητα να μπορούσε να βρεθεί μέσα στο κάστρο, για να ολοκληρώσει την εξερεύνηση όλων των περιοχών που τον είχαν πάει τα πόδια του (και το ποδήλατό του). Δεν το πολυσκέφτηκε παραπάνω, και κουρασμένος, καθ’ ότι ήταν και Ιούλιος και έκανε διαβολεμένη ζέστη, πήγε να κοιμηθεί σαν κούτσουρο ως το άλλο πρωί. Αρκετές ώρες μετά, ο Λάμπρος διαισθάνθηκε κάτι όσο κοιμόταν. Ήταν ένα…πλάσμα; Δε μπορούσε να καταλάβει ακριβώς. Βαριανάσαινε δίπλα στο κεφάλι του, μα όσο κι αν προσπαθούσε, δε μπορούσε να ξυπνήσει και να το αντιμετωπίσει. Ονειρευόταν, άραγε; Σίγουρα αυτό ήταν, σε λίγη ώρα θα ξυπνούσε…

Ξαφνικά, μπορούσε να κουνηθεί ξανά. Κοίταξε γύρω του, και δεν ήταν στο κρεβάτι του, ήταν μέσα σε ένα κάστρο, που έμοιαζε με το κάστρο που ήξερε. Δεν ήταν ετοιμόρροπο, όμως, ούτε κατεστραμμένο, ούτε κλειστό. Ήταν μέσα στη βιβλιοθήκη, ολομόναχος, παρέα με χιλιάδες πανέμορφους, δερματόδετους τόμους, που έμοιαζαν σαν να περιέχουν τα μυστικά του Σύμπαντος ολάκερου. Οι τόμοι είχαν περίεργα ονόματα και νοήματα, βέβαια: Ανέφεραν κάτι για απέθαντα όντα, πνεύματα από άλλες διαστάσεις, ξόρκια και τελετές αρχαίων θεών… Δεν ήταν σίγουρος γιατί τα διάβαζε όλα αυτά, μα δε μπορούσε να σταματήσει.

Αν και φαινομενικά δεν τον ενδιέφερε κάτι απ’ αυτά που διάβαζε, στο κεφάλι του αντηχούσε συνεχώς πως «Η τελετή θα αρχίσει σύντομα» και πρέπει να είναι προετοιμασμένος. Μάταια προσπάθησε να αλλάξει γνώμη και να φύγει. Ένιωθε σα να είχαν περάσει ημέρες, εβδομάδες, στη βιβλιοθήκη, μέχρι που μια νύχτα δεν είχε πια καθόλου φεγγάρι, ήταν ολοσκότεινο το τοπίο όσο έβλεπε το μάτι του, μέσα κι έξω.

Επιτέλους, ένιωθε έτοιμος. Σηκώθηκε από τη βιβλιοθήκη και κατέβηκε στις κατακόμβες. Δεν υπήρχε ούτε καν ελάχιστο φως, αλλά ήξερε ενστικτωδώς πού να πατήσει, ποιο εμπόδιο να περάσει και πού να πιαστεί ώστε να μην πέσει…σαν να είχε κάνει αυτή τη διαδρομή μυριάδες φορές. Βρέθηκε σε έναν σκοτεινό διάδρομο. Στο τέλος του διαδρόμου, υπήρχε ένα δωμάτιο, από το οποίο έβγαινε κάτι σαν ακτινοβολία, με γκρι και μωβ χρώμα. Καθώς πλησίασε το δωμάτιο, μια πόρτα στα δεξιά του άνοιξε και μια μαυροφορεμένη φιγούρα άρχισε να περπατάει δίπλα του, σιωπηλή. Η φιγούρα κρατούσε ένα κύπελλο γεμάτο με ένα πηχτό υγρό. Ο Λάμπρος ήξερε ότι αυτό το υγρό ήταν…κακής προέλευσης, αν και δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς το γνώριζε αυτό.

Μέσα στο δωμάτιο, είδε ένα τόπο λατρείας. Έμοιαζε σα να είχε φτιαχτεί για να τιμήσει κάποια θεότητα της φύσης, με φύλλα και δέντρα να βρίσκονται παντού. Αλλά τώρα, δεν ήταν πια καλοδιατηρημένος και όμορφος: Ήταν αηδιαστικός, σιχαμένος, απλούστατα ειδεχθής. Ένα μωβ φως έμοιαζε να τυλίγει ένα μάτι, ένα μαγικό μάτι, που βρισκόταν μοναχό του επάνω στο βωμό, ακριβώς μπροστά του. Ο Λάμπρος στάθηκε μπροστά στο μάτι, σχεδόν υπερήφανος και ξαφνικά άκουσε τον εαυτό του να λέει, ωσάν να μίλαγε εγγαστρίμυθος:
«Ζω για να σε υπηρετώ, Βασιλιά μου. Ζητώ ταπεινά τη δύναμή σου, την ένωση με το είναι σου, τη σύνδεση με την τρομακτική βασιλεία σου. Ορκίζομαι να θανατώσω τους εχθρούς σου, τους άπιστους και τους ανάξιους μέχρι να κυριαρχήσει το σκότος στον κόσμο!»

Το μάτι φαινόταν να κοιτάει βαθιά στην ψυχή του Λάμπρου πριν ξεσπάσει σε ακατάσχετο πετάρισμα με το μόνο, φρικτό του βλέφαρο. Ο Λάμπρος ξαφνικά έπιασε την κούπα που κρατούσε η μαυροφορεμένη φιγούρα και ήπιε χωρίς σταματημό. Αμέσως μετά, κοίταξε σε έναν καθρέφτη στα αριστερά του – και είδε πως μια μικρότερη εκδοχή του ματιού είχε αντικαταστήσει το δικό του μάτι, μάλιστα ένιωθε μια πρωτόγνωρη αγαλλίαση, φαντάστηκε πως έτσι θα είναι το σεξ με κάποια αιθέρια ύπαρξη, μιας και δεν είχε κάνει για να ‘ναι σίγουρος…

…Αλλά δευτερόλεπτα μετά, το μάτι απαίτησε την πληρωμή του – την ψυχή του. Ένιωσε απίστευτο πόνο, σαν να καιγόταν, να τον πέταγαν σε πάγο και μετά να ξανακαιγόταν.

Το μάτι στο βωμό γελούσε, συνεχώς γελούσε, τον είχε ξεγελάσει, τον είχε παγιδέψει, η ευχή του έπιασε, είδε το κάστρο από μέσα επιτέλους… Απλά δεν σκέφτηκε να αναφέρει πως ήθελε να ξαναβγεί έξω μετά. Όλα σκοτείνιασαν καθώς η ψυχή του άφησε το κορμί του.

Το πρωί που ακολούθησε, κανείς δεν ξαναείδε το Λάμπρο, ποτέ ξανά. Οι γονείς του, τρελοί από ανησυχία, τον έψαξαν για μήνες. Η αστυνομία έκλεισε το φάκελο, υποθέτοντας πως το έσκασε από το σπίτι του και πήγε στο εξωτερικό. Αρκετά χρόνια μετά, ένα άλλο σκανδαλιάρικο, μελαχρινό αγόρι, έστεκε έξω από το κάστρο και το κοίταγε με πρωτόγνωρο θαυμασμό.