Μαμά μου, προσπαθώ να γράψω για αυτό εδώ και καιρό και δεν βγαίνουν οι λέξεις οπότε απόψε έκατσα να τις βγάλω αναγκαστικά από μέσα μου. Το στυλό έγινε νυστέρι μάνα και κόβω κομμάτια μου για να φτάσω βαθιά, πολύ βαθιά και να τις τραβήξω έξω τις λέξεις αυτές.

Το προτιμώ έτσι. Όχι που χρειάζεται τόσο να ματώσω για να τα πω μάνα αλλά γιατί δεν χρειάζεται να το κάνω μπροστά σου. Δεν θέλω να με δεις να αιμορραγώ μάνα έχεις δει πολύ αίμα ήδη στη ζωή σου.

Θυμάμαι πόσο ξαφνιάστηκες όταν σε πήρα τηλέφωνο κλαίγοντας να σου πω ότι δεν μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι. Όταν σου είπα ότι δεν πάει άλλο, όταν σου είπα πως έχω ένα βάρος στο στήθος και ένα στο στομάχι και φωνές μέσα στο κεφάλι μου. Θυμάμαι τον πόνο σου μάνα, εκείνη τη σκιά που πλάκωσε το βλέμμα σου όταν κατάλαβες ότι δεν είμαι ευτυχισμένη και αναρωτήθηκες γιατί δεν στο είπα νωρίτερα εγώ που τρέχω για όλα σε εσένα. Μπορεί και να φταις μπορεί και να μην φταις για κάποια από αυτά που έχω μέσα μου για αυτό και άργησα τόσο να στα πω. Για αυτό αργώ ακόμα. Δεν θέλω να έχεις τέτοιες τύψεις, δεν θέλω ποτέ να αμφιβάλλεις για το πώς με μεγάλωσες ή για κατά πόσο ήσουν είσαι και θα είσαι καλή μάνα.

Και να ξέρεις πως χαίρομαι πολύ που προσπαθείς να το παλέψεις μαζί μου, που με ρωτάς τι μπορείς να προσφέρεις σαν όπλο ενάντια στο τέρας αντί να βγάζεις δικά σου συμπεράσματα. Και χαίρομαι ακόμα πιο πολύ που όταν καμιά φορά βγάζεις δικά σου συμπεράσματα, με ακούς όταν σου λέω πως αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος. Που όταν σου είπα να μη κολλάς εκείνο το ‘πάλι’ πίσω από την ερώτηση, ‘τι έπαθες;’ το έκοψες μαχαίρι.

Θέλεις να είμαι καλά μάνα, το ξέρω. Από τη στιγμή που έμαθες πως με κουβαλάς μέσα σου αυτό θέλησες μόνον και εγώ που τόσο προσπάθησα ως τώρα να σου δώσω αυτά που ήθελες (ανάμεσα σε όλα εκείνα που δεν ήθελες και όμως σου έδωσα) τώρα αδυνατώ να σου δώσω αυτό.

Θέλουν να μου δώσουν χάπια και διατροφή, μάνα. Μέχρι που μου είπαν να διαβάζω λιγότερο για να μιλάω λέει πιο πολύ. Δεν ξέρουν αυτοί όμως μάνα, ότι με μεγάλωσες αλλιώς και τους πόνους μου τους φιλάω στο στόμα για καληνύχτα. Αλλά διχάζομαι. Διχάζομαι πολύ μάνα, γιατί δεν θέλω να με δεις να αιμορραγώ.

Ούτε και θέλω να με κηδέψεις, να χρειαστεί να δώσεις τα ρούχα μου και να μοιράσεις τα βιβλία μου και να καθαρίσεις το σπίτι για τους ξένους. Ούτε σε έξοδα θέλω να σε βάλω μάνα και κοστίζουν οι κηδείες το ξέρουμε και οι δύο καλά αυτό.

Διχάζομαι μάνα. Να ζήσω για εσένα ή να πεθάνω για εσένα. Με τι από τα δύο σε βαραίνω πιο πολύ μάνα δεν ξέρω και δεν μπορώ και να σε ρωτήσω. Όσα λιγότερα ξέρεις τόσο καλύτερα, αλήθεια. Για αυτό στα γράφω τώρα αντί να στα λέω. Πως να σταθώ να σε κοιτάξω, εσένα που με έδωσες ζωή και να σου ζητήσω να τη πάρεις πίσω; Πως να σου πω ότι οι φωνές μετά από τόσο καιρό ούτε λίγο δεν σώπασαν; Πως να σου πω για τα βράδια που δεν κοιμάμαι και για το πότε έφαγα τελευταία φορά και για τα δύσκολα πρωινά που ακόμα δεν μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι;

Δεν σου λέω τίποτα μάνα. Μόνο πως σ’αγαπώ και πως είμαι καλά. Να σε προσέχεις μάνα, δεν ξέρω τι θα έκανα δίχως εσένα να με ντύνεις ενάντια στο τέρας. Δεν ξέρω αν θα είχα παλέψει ως εδώ ή αν θα πάλευα αύριο.

Για εσένα μάνα.

Για εσένα θα έρθει και το αύριο παρά το βάρος στο στήθος και στο στομάχι. Παρά τις φωνές στο κεφάλι μου.

 

Mea Culpa