Δεν έφυγες ποτέ. Κι όμως σε θέλω πίσω. Δυο άνθρωποι βρισκόμαστε μέσα στο ίδιο δωμάτιο, κι όμως κενοί κι οι δυο, το κάνουμε να μοιάζει άδειο κι αυτό. Μέρες κάθεσαι μόνος στη πολυθρόνα που συνήθιζα να κουρνιάζω στην αγκαλιά σου. Τύλιγες τα χέρια σου γύρω μου, κι εγώ έσκυβα το πρόσωπο και με φιλούσες στα μαλλιά. Κι ήταν λες κι όλη σου η ανάσα με ζέσταινε ως τη ψυχή μου. Σε θέλω πίσω, μ’ ακούς ;

Λίγα κουτιά με χάπια ήταν ικανά για να σε πάρουν από μένα. Παραμένεις εδώ, κι όμως είσαι τόσο μακριά μου. Το μυαλό σου είναι τόσο θολωμένο πια, κι εγώ που κάποτε ήμουν το φως στα σκοτάδια σου, δε ξεχωρίζω πια μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων σου. Με κοιτάζεις και δεν υπάρχω πουθενά μέσα στο κενό σου βλέμμα.

Γύρνα κοντά μου, γιατί δίχως σου δεν αντέχω μήτε τη θλίψη, μήτε τη χαρά. Μισά όλα. Άδεια. Θυμάσαι τα πρωινά μας; Θυμάσαι που με ξυπνούσες με φιλιά; Τώρα πια ξυπνάω μόνη μου απ’ το θόρυβο της σιωπής σου και σε κοιτάζω να χάνεσαι στους εφιάλτες σου. Σε βλέπω να κοιμάσαι και φοβάμαι τι θ’ αντικρίσω στο βλέμμα σου όταν ανοίξεις τα μάτια σου. Φοβάμαι να σε κοιτάξω γιατί δε σε βλέπω πουθενά.

Σκοτείνιασες μάτια μου. Ποτέ ξανά δε με τρόμαξαν τόσο τα σκοτάδια σου. Κάθε φορά ήμουν εκεί κι έκανα ό,τι μπορούσα μέχρι να φωτιστείς ξανά. Μα τώρα, όσο κι αν ψάχνω δε σε βρίσκω. Χαμένος μέσα σου εσύ, χαμένη κι εγώ μακριά σου.

Σε κοιτάζω ν’ ανάβεις το ένα τσιγάρο πίσω απ’ τ’ άλλο κι αναρωτιέμαι πού ταξιδεύεις τούτη τη στιγμή. Δε μου μιλάς. Δε μιλάς σε κανέναν πια. Μόνο με τους δαίμονες σου πιάνεις κουβέντα. Μακάρι να καταλάβαινα τι τους ψιθυρίζεις και σε κάνουν να χαμογελάς. Μα δε το αναγνωρίζω αυτό σου το χαμόγελο. Μοιάζει τόσο σκοτεινό κι απόκοσμο.

Κάνε μου λίγο χώρο πλάι σου. Άσε με να περάσω τα δάχτυλά μου μέσα στα δικά σου ξανά. Είναι τόσο σφιχτές οι γροθιές σου που με συνθλίβουν. Κομματιάζουν κάθε μου κύτταρο και με αφήνουν να τριγυρίζω δίχως σκοπό πια.

Μου λείπει το άγγιγμά σου, το χαμόγελό σου, η ζωντάνια σου. Μου λείπουν ακόμη κι οι φωνές σου, τα νεύρα σου. Φώναξε που να πάρει η οργή!!!! Φώναξε να μπορέσω να σε δω ξανά. Ή έστω ψιθύρισέ μου τι ζητάς κι εγώ θα το βρω και θα στο χαρίσω στη στιγμή. Μα ξεμούδιασε το μυαλό σου. Πέτα αυτά τα κουτιά που σε φυλάκισαν. Μεγάλη η θλίψη σου, μα μη με αφήνεις μόνη. Έχασα κι εγώ μαζί σου ό,τι πιο πολύτιμο είχαμε. Δεν αντέχω να χάσω κι εσένα.

Απλά φοβήθηκες μάτια μου. Και ποιος δε θα φοβόταν στη θέση σου; Ο κόσμος μας έγινε άνω κάτω. Οι φίλοι εξαφανίστηκαν κι οι εχθροί χαμογελούσαν με τη δυστυχία μας. Χάσαμε ό,τι πιο όμορφο φτιάξαμε μαζί. Δώσαμε πνοή σε κάτι που, μόλις μας το έδωσε ο Θεός, μας το πήρε πίσω. Κι έσβησε κάθε τραγούδι ξαφνικά, κάθε χαμόγελο. Μα ήμουν κι εγώ εκεί, θυμάσαι; Σου κρατούσα το χέρι, θυμάσαι; Δε μπορεί να μη θυμάσαι. Κι αν δε θυμάσαι, δε φεύγω. Εδώ θα μείνω μέχρι να με δω ξανά στο βλέμμα σου.

Θυμάσαι εκείνο το βράδυ; Τότε που η ψυχή σου λύγισε και το μυαλό σου θόλωσε; Θόλωσες μα δεν έκανες κακό σε κανέναν. Μόνο σε σένα. Ένα ξυράφι ήταν αρκετό νόμιζες για να γλιτώσεις απ’ τις σκέψεις που σε διέλυαν. Σε είδα στο πάτωμα μέσα στα αίματα κι έτρεξα ουρλιάζοντας να σε βοηθήσω. Το αίμα το δικό σου έβαψε τα δικά μου ρούχα. Και πριν προλάβω να τους εξηγήσω, σε πήραν μακριά μου. Κι εγώ έμεινα σ’ ένα άδειο δωμάτιο ν’ αγκαλιάζω τα πορφυρά σου σημάδια που πότισαν τη σάρκα και τη ψυχή μου. Το αίμα το δικό σου ήταν αρκετό για να μου γεννήσει κι άλλες πληγές.

Σε πήραν μακριά μου και σε έδεσαν σ ένα παγωμένο κρεβάτι. Ξενύχτησα δίπλα σου όλες εκείνες τις νύχτες που φώναζες για να σε λύσουν κι ένιωθα κι εγώ δεμένη σε χέρια, πόδια και ψυχή. Δεμένη και μόνη, χωρίς να μπορώ να κάνω βήμα. Μα κατάφερα να προχωρήσω. Άσε με να σου κρατήσω ξανά το χέρι και να προσπαθήσουμε μαζί για το επόμενο βήμα.

Δε τα χρειάζεσαι πια αυτά τα κουτιά, αυτά δεσμά που καταπίνεις και σε πνίγουν κάθε βράδυ στο σκοτάδι. Είμαι εγώ εδώ για ‘σένα. Μη με προσπερνάς κοιτάζοντας με ψυχρά, γιατί παγώνω ως τα πιο βαθιά μου κατάστιχα.

Γιατί σηκώθηκες τώρα; Γνώριμη η ζεστασιά στο βλέμμα σου. Μήπως χάνω τα λογικά μου; Με βλέπεις μάτια μου; Είναι το χέρι σου αυτό πάνω στο δικό μου;

Μη μου δακρύζεις τώρα. Τώρα που ακουμπούν τα χείλη σου τα δικά μου, μη μου δακρύζεις. Μαζί μπορούμε να κερδίσουμε και πάλι την αρχή. Μαζί στα όμορφα, μαζί και στα άσχημα, θυμάσαι; Συνέχισε να με κοιτάζεις μάτια μου. Συνέχισε να με κρατάς. Μαζί να είμαστε, όπως τότε. Σ’ αγαπάω, το θυμάσαι;

Σ’ αγαπάω και δε θα σ’ αφήσω να το ξεχάσεις..

 

*Αφιερωμένο στη Γιάννα, το Γιώργο και τη μικρή Κατερίνα.