Κοίταξε τον ουρανό, από το φινιστρίνι. Ντυμένος στο γκρι και το μαύρο, χωρίς ίχνος ηλιαχτίδας να εμφανίζεται πουθενά. Ανακάθισε στο κρεβάτι του, με το λεπτό στρώμα, το καραβίσιο. Έπιασε λίγο το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. «Σκατά μέρα κάνει πάλι, γαμώ τη μανούλα του για καιρός», σκέφτηκε νωχελικά.
Σηκώθηκε, τεντώθηκε, πήρε ένα τσιγάρο από το μαλακό πακέτο που είχε πάντα στην κωλότσεπη, το άναψε και βγήκε στο κατάστρωμα. Ένα κρύο αεράκι του ξύρισε το μάγουλο. Είχε πολλή υγρασία και αγιάζι, με τον ουρανό γκριζόμαυρο ως εκεί που έβλεπε το μάτι. Είχε σηκωθεί ήδη κύμα, μάλλον τις επόμενες ώρες θα έριχνε καλή βρόχα και θα τους τα ‘κανε αερόστατα – θα αργούσαν να φτάσουν στο λιμάνι λίγο ακόμα.

Ο Κόνορ, έγειρε στην κουπαστή και άφησε τον αέρα να σφυρίζει γύρω του και να καπνίζουνε μαζί το τσιγάρο του. Μια ρουφηξιά ο Κόνορ, μια ο αέρας που έκανε την κάφτρα να ανάβει μονάχη της. Δεν θα τον έλεγες αρχοντόπουλο, τον Κόνορ, όχι. Πολύ κοντοκουρεμένο κεφάλι στα πλάγια, λίγο μακρύ μαλλί επάνω, σαν τους συμμορίτες του 1920. Μεσαίο ανάστημα, ούτε δυσθεώρητος, ούτε μικρούλης σα σαμιαμίδι. Μπράτσα και πλάτες που πρόδιδαν ότι κάνει τις βαριές δουλειές, ναυτικός βλέπεις, μα όχι καπετάνιος ή αρχιμηχανικός. Ναύτης σκέτο. Απ’ αυτούς που κουβαλάνε πράματα στο φορτηγό πλοίο, εκεί που βρισκόταν τώρα ο Κόνορ.
Και, όπως όλοι σχεδόν οι ναυτικοί, τατουάζ. Πολλά τατουάζ, χτυπημένα ανά μερικούς μήνες μέχρι που ψιλοξέμεινε από χώρο ο Κόνορ. Το πρώτο του, το θυμόταν σα χτες, ήταν το τριφύλλι της Ιρλανδίας, για να του θυμίζει το Κορκ, την πόλη του, το σπίτι του. Είχαν ακολουθήσει κι άλλα, για φίλους που θαλασσοπνίγηκαν σε ατυχήματα, για τους γονείς του, για τις σκοτεινές του μέρες… και τις φωτεινές παρομοίως.
Με το που τελείωσε το τσιγάρο και το πέταξε στη θάλασσα, έπιασαν οι χοντρές ψιχάλες. Πήγε προς τα μέσα ο Κόνορ, είχαν ακόμα τρεις μέρες μέχρι να πιάνανε λιμάνι. Σαγκάη πήγαιναν, πάλι. Μεγάλο ταξίδι, ρε πούστη μου, αλλά τα λεφτά ήταν καλά. Όταν πιάνανε λιμάνι, ο Κόνορ όπως συνήθως γίνεται, θα βαριόταν. Ήταν τριαντάρης τώρα, αν και φαινόταν κομμάτι μεγαλύτερος, αλλά είχε μπαρκάρει πρώτη φορά στα δεκαοχτώ.

Τα είχε κάνει όλα όσα κάνουν οι ναύτες στα λιμάνια, αλήθεια, όλα. Πουτάνες ή «συνοδοί» όλων των ηλικιών και των φυλών. Καζίνο, φανταχτερά με τα φώτα τους και τα τσάμπα ποτά αρκεί να πάρεις μάρκες, ή σε ανήλια υπόγεια σε μορφή παράνομης λέσχης με καλόπαιδα 2,10μ. και 200 κιλά να σε κοιτάνε σχεδόν κάθε στιγμή, περιμένοντας το νεύμα από το «boss» για να σε κάνουν καινούργιο. Θαυματουργά χαπάκια, σκόνες και καπνοί «για να περάσει καλά το αγόρι» όπως λέγανε – ναρκωτικά, πολλά και διάφορα.
Ωραία ήταν αυτά όλα για κάμποσα χρόνια, αλλά ξέρεις πως είναι αυτά, βαριέσαι, αν έχεις να κάνεις τόσα ταξίδια κάθε χρόνο, ψάχνεις και τίποτα πιο νέο και συναρπαστικό να σου ξυπνήσει κάπως τα αίματα. Μια φορά, έκανε μπάντζι τζάμπινγκ ο Κόνορ. Φώναζε καθώς έπεφτε και μετά…τον συγκράτησε το σκοινί. Καλό ήτανε κι αυτό αλλά η αδρεναλίνη κράτησε για λίγο, ποιος τα γαμάει τα 10 δευτερόλεπτα, μέχρι να πάρεις δυο ανάσες πάνε, φύγανε, ciao bella!
Πριν δυο χρόνια, ανακάλυψε το πιο καλά κρυμμένο μυστικό των λιμανιών, ο Κόνορ. Το ξύλο. Όχι τον τσαμπουκά που καταλήγει σε ξύλο, όχι αυτό, αυτό φαίνεται. Το κρυφό ξύλο ανακάλυψε. Σε μερικά μεγάλα λιμάνια, με πολλά «καλά παιδιά» να τριγυρνάνε, κάποιοι επιτήδειοι διοργάνωναν τουρνουά, συνήθως σε απομονωμένες αποθήκες, τρίτα και τέταρτα υπόγεια πνιγμένα στον καπνό, ερημικά αγροτόσπιτα στα περίχωρα της πόλης και τέτοια δημοφιλή και «τουριστικά» μέρη – not.

Ο Κόνορ, στην αρχή, πήγε για να δει και να βάλει κάνα στοίχημα. Είχε καλό τζέρτζελο η φάση, έμοιαζε πολύ με τα μεσαιωνικά pub brawls που παίζανε τα παλιά χρόνια σ’ όλη την Ιρλανδία, αλλά σήμερα, ε ναι, είχαμε γίνει πολύ πολιτισμένοι και πολυπολιτισμικοί και μη μου άπτου οπότε δεν είχε τέτοια. Είχαμε γίνει σκατόφλωροι, αυτό είχε συνειδητοποιήσει ο Κόνορ όταν πρωτοείδε αγώνα, λίγο πριν πατήσει τη γόπα που πέταξε κάτω, στο μεγάλο τασάκι, με μένος.
Οι κανόνες, για όσους συμμετείχαν, ήταν σχετικά απλοί: Έπαιζες 3 ματς. Αν νικούσες και στα τρία, κέρδιζες πολλά λεφτά. Αν έχανες, σταμάταγες να παίζεις και σου δίνανε κάποια βασικά λεφτά για να στρώσεις λίγο – σε καμία περίπτωση δεν έπιανες την καλή μ’ αυτά. Εννοείται πως οι διοργανωτές αυτών των ματς δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι της εκκλησίας και καλοί Σαμαρείτες – Η δυσκολία, συνήθως μεταξύ 2ου και 3ου ματς εκτοξευόταν πολύ ψηλά, με κάτι γομάρια να αναλαμβάνουν να σε δέσουν κόμπο δίχως έλεος. Οπότε, στο τέλος της βραδιάς, λίγοι κέρδιζαν, πολλοί έπαιρναν ψίχουλα. Και τα στοιχήματα έπεφταν βροχή…
Πέρασαν κάποιοι μήνες, έκανε μερικά ταξίδια ακόμα ο Κόνορ, γούσταρε που βρήκε νέο τρόπο να τρώει τα λεφτά του στα λιμάνια, αλλά ως εκεί. Αισθανόταν…κουρασμένος χωρίς λόγο. Αυτά κάνανε οι γέροι, κοιτάγανε και δεν ακουμπάγανε. Ακόμα και τα κοριτσάκια, τα 20 χρονών, όταν μπλέκουνε με sugar daddies δεν πολυχαλιόντουσαν. Κοιτάγανε, οι μεσήλικες και οι γέροι, πηδάγανε μια φορά στο κάποτε, και σπιτάκι τους μετά. Δεν ήταν γέρος ο Κόνορ, γαμώ το κέρατο του διαόλου, δεν ήταν…

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, γύρισε κλασσικά στο Κορκ και θα έκανε διάλειμμα ενός μήνα μέχρι το επόμενο ταξίδι, άλλαζε η σεζόν σε θερινή, άλλαζαν και τα φορτία. Τον πήραν τηλέφωνο τα φιλαράκια και του είπαν για μία νέα pub που άνοιξε, την «Emily’s Rose», έπρεπε να πάνε οπωσδήποτε, ήταν φοβερή, με καλά ποτά και…και…και.
Πήγαν, λοιπόν. Και εκείνο το βράδυ, ο Κόνορ τυφλώθηκε. Την pub την είχε όντως μια Emily, ιδιοκτήτρια και barwoman. Κόκκινο μαλλί της φωτιάς, φυσικό, φαινόταν, έκανε μπαμ. Άσπρο δέρμα, φακίδες. Κορμί λαμπάδα. Τριαντάρα φαινόταν η Έμιλυ. Και το πιο σημαντικό, γκριζοπράσινα μάτια που έκαναν τον Κόνορ να θέλει να πάει στην άκρη του κόσμου για πάρτη τους, έβγαζαν ένα αθώο μα και λάγνο συνδυασμό μαζί. Έπαθε σκοτοδίνη, ο Κόνορ, τυφλώθηκε κυριολεκτικά.
Ρώτησε κι έμαθε. Πριν 10 μέρες είχε ανοίξει η pub, ολοκαίνουργια. Είχε μετακομίσει στο Κορκ μονάχη της η Έμιλυ. Παντρεύτηκε μικρή, και χώρισε γιατί ήταν κατακάθι ο τύπος αλλά ήξερε να το κρύβει καλά. Δε θα έφευγε, από ‘δω μέσα, μόνος του ο Κόνορ…του ήταν αδύνατον.
Κέρασε όλο το μαγαζί, θυσίασε το μισό του μηνιάτικο. Πιάσανε κουβέντα με την Έμιλυ για… για τι άλλο; Για το uisce beatha, το νερό της ζωής. Το ουίσκι, ντε. Και είδε, ο Κόνορ, τον ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα, να πετάγεται σαν κεραυνός από τα μάτια του στα δικά της. Όταν έκλεινε η pub, της πρότεινε να πιούν μαζί ένα καλό single malt. Δέχτηκε. Κάνανε κεφάλι και το ξημέρωμα, τελικά κλείσανε μαζί – και πήγανε σπίτι του. Σμίξανε με την ορμή σχολιαρόπαιδων και το συναίσθημα των μεγάλων.

Ο καλύτερος, αλλά και χειρότερος, μήνας της ζωής του Κόνορ είχε μόλις ξεκινήσει. Προσπάθησε να αλλάξει το ταξίδι του για πιο μετά, ήταν αδύνατο, καλοκαίρι ήταν τώρα, είχαν πάρει πιο μεγάλες άδειες αυτοί με οικογένειες και κουτσούβελα, να πήγαιναν και τίποτα διακοπές. Σκατά. Όταν έβλεπε την Έμιλυ, ήταν όλα υπέροχα. Αλλά ο μήνας τελείωνε, και έπρεπε να φύγει. Το βράδυ πριν την αναχώρηση, την εξόρκισε. «Να με περιμένεις. Τέσσερις μήνες είναι τώρα, σχετικά λίγοι, όταν γυρίσω όμως, θα κανονίσω να μην ξαναφύγω για καιρό. Μπορεί και ποτέ. Αλλά μόνο αν με περιμένεις!» Του το υποσχέθηκε. Άραγε έλεγε ψέματα; Δεν είχε σημασία. Θα την πίστευε.

Έφυγε, και στο δρόμο προς την Αίγυπτο, στο επόμενο ταξίδι, δεν είχε ησυχία. Τελικά, όταν έφτασαν, πήγε στο τοπικό ξυλεμποράδικο και, για πρώτη φορά, δήλωσε κι αυτός συμμετοχή στο τουρνουά. Τον κοίταξε ένας Αιγύπτιος με μούσια και γυαλιά, που κόντευε να πέσει κάτω από το βάρος των χρυσών καδενών που φορούσε και τον «ενέκρινε». Πρωτάρης, σου λέει, είναι, δεν τον έχω ξαναδεί, ώρα να ρίξουμε στοιχήματα και να βγάλουμε φράγκα.
Ο Κόνορ, όμως, ήταν πολύ θυμωμένος, γιατί για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια δεν ήθελε καθόλου να λείπει από το σπίτι του. Ήθελε να γυρίσει πίσω και να τη δει, αλλά ακόμα είχε μερικές εβδομάδες, γαμώ του διαόλου το κέρατο.
Έπαιξε το πρώτο ματς, τον ισοπέδωσε τον άλλον με ευκολία. Στο δεύτερο, πήρε λίγο πιο πολλή ώρα, αλλά τελικα ο Κόνορ ήταν ο νικητής. Στο τρίτο, όπως συχνά γίνεται, εμφανίστηκε ένα βουνό από μυς και κόκαλα, χωρίς λαιμό, για να του σπάσει τον τσαμπουκά. Και ο Κόνορ, στην αρχή έφαγε πολύ και απότομο ξύλο, με αίματα και σκισίματα. Αλλά μετά θυμήθηκε ότι θέλει πολύ να φύγει από εδώ, να φύγει, να φύγει, ΝΑ ΦΥΓΕΙ, να πάει στην Έμιλυ, ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΝΙΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΕΙ.
Σαν να τον τίναξαν 2.000 volt, κοίταξε το βουνό με ένα απελπισμένο χαμόγελο και σκισμένα χείλη, και του χύμηξε. Η μάζα από κρέας, ξαφνιάστηκε. Όσο μεγαλύτεροι είναι, τόσο πιο πολύ θόρυβο κάνουν όταν πέφτουν. Και έπεσε. Μάλλον έπαθε και διάσειση. Ο Αιγύπτιος δεν πίστευε στα μάτια του, αλλά παρόλα αυτά, έδωσε ένα πολύ χοντρό φάκελο με λεφτά στον Κόνορ. Ήταν όλα θέμα φήμης σ’ αυτά τα πράγματα.

Ξόδεψε ένα μέρος από τα λεφτά για να του ισιώσουν το διάφραγμα που στράβωσε εκείνο το βράδυ. Με ένα άλλο μέρος, πήγε σε ένα κοσμηματοπωλείο και πήρε ένα χρυσό μενταγιόν, χαραγμένο με τα ονόματά τους.
Όταν γύρισε στο Κορκ, πήγε στον τατουατζή του και του είπε πως βρήκε, επιτέλους, ποιο θα ήταν το τελευταίο σχέδιο που θα έκανε στη μέση του μπράτσου του, εκεί που το είχε αφήσει κενό για χρόνια. Έκανε ένα τριαντάφυλλο, που έγραφε από κάτω Emily.
Αγόρασε και ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα, έβαλε τα καλά του, και πήγε εκείνο το βράδυ στην pub, λίγο πριν κλείσει. Η Emily ήταν εκεί και σκούπιζε. Της όρμηξε, την φίλησε και της είπε πως είχε τρία δώρα γι’ αυτήν:
Πρώτα, τα λουλούδια, για σήμερα. Μετά, το χρυσό μενταγιόν, για όσο της άρεσε και δεν βαριόταν να το φοράει… Και, δείχνοντάς της το μπράτσο του…Τέλος, το τατουάζ με το τριαντάφυλλο και το όνομά της: Emily’s rose tattoo, για πάντα.

Εκείνο το βράδυ, έκαναν παθιασμένο έρωτα μέχρι να βγει ο ήλιος ψηλά στον ουρανό.