Τα χέρια της ήταν πάντα μικροκαμωμένα, με λεπτά και μακριά δάχτυλα. Κρινάκια τα έλεγε ο παππούς της. Δύσκολα έβρισκε δαχτυλίδι στα μέτρα της. Νόμιζες πως αν τα σφίξεις λίγο πιο δυνατά θα διαλυθούν. Το άγγιγμά τους ήταν πάντα απαλό και τρυφερό, ανίκανο να κάνει κακό. Μόνο χαρά και ηδονή μπορούσαν να προκαλέσουν.
Μόνο;

Απόγευμα χειμώνα σε καφέ μπαρ στα Εξάρχεια. Ένα ποτήρι ζεστό κόκκινο κρασί με κανέλα παίζει ανάμεσα στα νευρικά χέρια, συνοδεύοντας τα νευρικά χαμόγελα και τις σιωπές. Μερικά δευτερόλεπτά σιωπής και της έμοιαζαν αιώνας. Ίδρωνε από αγωνία πως όλα θα βουλιάξουν αν δεν έρθει μια κουβέντα να τα σώσει. Τα βλέμματα χαμήλωναν μετά το αντάμωμα για να μην φουντώσει η φωτιά.

Συναντιόντουσαν χρόνια σε επαγγελματικούς χώρους, η Έλενα ως φωτογράφος κι ο Πέτρος ως εικονογράφος. Έμεναν πάντα σε μια «καλημέρα» κι ένα «όλα καλά;» μέχρι την επόμενη φορά που θα βρίσκονταν τυχαία. Ώσπου κάποια μέρα, μέσα σε ένα ταξί, χτυπάει το κινητό της.
– Έλενα εσύ; Καλημέρα. Ο Πέτρος είμαι, ο εικονογράφος.
– …
– Έλα βρε συ! Έχουμε συναντηθεί τόσες φορές στις εκδόσεις Παπ…
– Πέτρο! Τι έκπληξη! Είσαι καλά;

– Καλά, μια χαρά! Εσύ; Θέλεις να πιούμε έναν καφέ να τα πούμε από κοντά; Σε θέλω για μια δουλειά.
– Ναι, φυσικά!

Το ραντεβού κανονίστηκε στα γρήγορα. Αύγουστο στην άδεια πόλη, κάτω από μια μεγάλη σκιά με κρύα μπύρα, γέλια και χαλαρή, καλοκαιρινή διάθεση.
– Έλενά μου, πήρα πρόσφατα μια μεγάλη δουλειά από τις εκδόσεις «Ταραντούλα». Θέλουν ιδιαίτερη προσέγγιση στην εικονογράφηση και πρότεινα συνδυασμό φωτογραφίας με σκίτσο και επεξεργασία εικόνας. Αμέσως σκέφτηκα εσένα. Πάντα θαύμαζα τα κάδρα σου και τον μοναδικό τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο γύρω σου. Θα σε ενδιέφερε;
– Νομίζω πως ναι. Πες μου πως το σκέφτεσαι.

Κάπως έτσι βρέθηκαν τους επόμενους μήνες να βλέπονται καθημερινά, περνώντας πολλές ώρες μαζί και γνωρίζοντας ο ένας τον άλλον. Υπήρχε από την αρχή ένας ερωτισμός στην ατμόσφαιρα, τον οποίο προσπαθούσαν να αποτρέψουν για χάρη της δουλειάς, αλλά δεν σταματάς εύκολα το νερό όταν αρχίσει να κυλάει.
– Θέλεις να βγούμε να περπατήσουμε; Κάνει παγωνιά, το ξέρω…
– Αγαπώ τον χειμώνα, δεν με ενοχλεί το κρύο.

Οι λέξεις βγήκαν αυθόρμητα από το στόμα της πριν προλάβει να το σκεφτεί. Φορούσε ένα κοντό ελαστικό φόρεμα με χοντρό καλσόν κι ένα πανωφόρι. Περίμενε ότι θα αρχίσει να την τρυπάει ο κρύος αέρας όταν κατάλαβε πως ούτε καν είχε κουμπώσει το πανωφόρι της. Ανέβηκαν στου Στρέφη πιασμένοι από το χέρι. Την κρατούσε τρυφερά να μην πέσει. Το πρώτο φιλί τους βρήκε καθισμένους σε ένα πεζούλι. Το επόμενο, ψηλά στον λόφο. Κι ύστερα τα χέρια έγιναν ανυπόμονα. Περνούσαν αχόρταγα κάτω από τα ρούχα. Οι κοφτές ανάσες έγιναν βογγητά πάθους. Η πρώτη τους φορά ήταν πάνω στο κρύο τσιμέντο, την ώρα που άρχισαν να πέφτουν γύρω τους νιφάδες χιονιού, με θέα την φωτισμένη πόλη.

Πήγαιναν κάθε Σαββατοκύριακο στο εξοχικό των γονιών του. Μόνη τους θέρμανση μια σομπίτσα που στην πραγματικότητα ζέσταινε τον εαυτό της. Μα δεν τους ένοιαζε. Είχαν τον έρωτά τους να τους κρατάει ζεστούς. Ψέμα. Μόνο τον θυμό τους είχαν. Τσακωνόντουσαν συνέχεια, άγρια, βίαια. Την πέταγε πάνω στο κρεβάτι κι έπεφτε πάνω της με όλο του το βάρος, κρατώντας τα χέρια της με δύναμη πριν προλάβουν να τον χτυπήσουν με μανία. Φώναζε κι έφτυνε με λύσσα τις λέξεις σαν μαχαιριές που έκοβαν το κορμί της. Εκείνη αντιστεκόταν, πάλευαν, μέχρι να ξεσπάσει ο θυμός και να μείνουν εκεί, ξαπλωμένοι και αμίλητοι. Γύριζαν στην έδρα τους κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, σχεδόν με αγάπη. Μέχρι το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Ανοιξιάτικο Σαββατοκύριακο στο εξοχικό με γλυκό καιρό και γλυκιά διάθεση. Πίνουν τσίπουρα κάνοντας αστεία και γελώντας ζαλισμένοι. Σαν κανονικοί άνθρωποι. Μια κουβέντα πέφτει βαριά, η επόμενη σπάει στα δυο την ηρεμία. Φωνές και χειρονομίες σκίζουν τον αέρα, πιάνονται στα χέρια, πέφτουν στο πάτωμα, κυλιούνται σαν αγρίμια που παλεύουν. Η σωματική του δύναμη γρήγορα θα τον φέρει από πάνω και το χέρι του θα παγιδεύσει τα δικά της. Με το άλλο χέρι πιάνει το μπουκάλι από το τσίπουρο, το σπάει και το ακουμπά στον λαιμό της. Μια κίνηση και τελειώνουν όλα. Με την ανάσα σχεδόν κομμένη του ψιθυρίζει «κάν’ το αν έχεις αρχίδια». Σιωπή. Μόνο τα βλέμματα μιλάνε. Το μπουκάλι απομακρύνεται, εκείνος σηκώνεται σφυρίζοντας «πουτάνα» μέσα από τα δόντια του.

Φτιάχνουν καφέ και κάθονται στην κουζίνα να τον πιουν αμίλητοι. Από το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει δροσερός αέρας γεμάτος αρώματα. Η Έλενα σηκώνεται, περνάει πίσω του και πάει προς το παράθυρο να πάρει ανάσα. Ακούει σαν σε όνειρο «έπρεπε να σε είχα σκοτώσει». Δεν θυμώνει, μόνο περνάει τα μικροκαμωμένα λεπτά της δάχτυλα γύρω από τον λαιμό του. Τα κλείνει με δύναμη, αποφασιστικά. Βλέπει το πρόσωπό του να κοκκινίζει, τα μάτια του να θέλουν να πεταχτούν από τις κόγχες, τις φλέβες στον λαιμό του να διαγράφονται. Το κόκκινο γίνεται μελανό, ο αέρας παλεύει να περάσει, τα μικροκαμωμένα δάχτυλα είναι πιο δυνατά από την ανάγκη του άλλου να αναπνεύσει.

Δεν ξέρει πως γύρισε στο σπίτι της. Ίσως με τα πόδια, ίσως πέταξε μέσα στη νύχτα. Ξέρει μόνο πως απόψε έσωσε τη ζωή της.

 

F for Frog