“Τα ντουβάρια γίνονται, οι άνθρωποι δεν ξαναγίνονται” μου λέει ο φίλος και μου χτυπάει φιλικά την πλάτη. Το παιδί στην αγκαλιά μου δυσανασχετεί, θέλει να το αφήσω κάτω, να πάει να παίξει. Μα εγώ το σφίγγω πιο πολύ, σήμερα θα το ‘χω από κοντά. Και αύριο. Ίσως και για πάντα. Ποτέ του να μη μου ξεμακρύνει. Τρόμαξε, μα δεν κατάλαβε πολλά. Άραγε μετά από χρόνια, θα θυμάται τη μορφή μου να ουρλιάζει σιωπηλά; Θα θυμάται το “Παναγία μου ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ!” που επαναλάμβανα σαν μάντρα, μπρος πίσω, βήματα χαμένα. Τι να πάρω από το σπίτι, τι να αφήσω, να τρέξω στο αμάξι ή με τα πόδια, προς τα που να πάω. Παναγία μου! Και δεν είμαι καν πολύ της εκκλησίας.

Από τύχη δεν είμαι ανάμεσα στους νεκρούς. Η γειτόνισσα μου είναι. Δε μπορώ να το διαχειριστώ αυτό ακόμα. Μαζί τρέξαμε να σωθούμε. Εγώ τώρα είμαι εδώ. Θρηνώ ντουβάρια. Εκείνη όχι, είναι εικόνα στις ειδήσεις, νούμερο σε μία λίστα.

Αγγίζω τα αποκαΐδια από τα καμένα μου βιβλία. Το σκληρό εξώφυλλο του “ο φτωχούλης του Θεού” του Καζαντζάκη έμεινε ανέπαφο. Μα μέσα οι σελίδες έγιναν στάχτη. Κρατώ το εξώφυλλο, μόνο του, ορφανό, χωρίς σελίδες, χωρίς περιεχόμενο, χωρίς λόγο ύπαρξης και δε κρατάω πια τα δάκρυα μου, σαν να βγαίνουν τα κλάματα από στομάχι μου, από τον οισοφάγο μου, μέσα από τα σπλάχνα μου βαθιά. Για αυτό εδώ το ένα και μοναδικό καμένο μου βιβλίο. Μα το παιδί στα χέρια μου κλωτσάει. Το παιδί θέλει να το αφήσω κάτω, το παιδί θέλει να παίξει.

Έχασα τα πάντα. Μα δεν έχασα την περιουσία μου. Η αληθινή περιουσία μου αντιστέκεται στον σφιχτό εναγκαλισμό μου, θέλει να τρέξει, βαρέθηκε το παιδί να το κρατώ στα χέρια!

Κοιτάω τα χέρια μου. Μαλακές παλάμες, αταλαιπώρητες. Δεν τα έχτισαν αυτά εδώ τα ντουβάρια, τα βρήκαν έτοιμα. Παράνομα ντουβάρια, χτισμένα στα κρυφά. Νομιμοποιημένα εκ των υστέρων. Όπως η μισή σχεδόν Αττική. Κατηγορούσα τους γονείς. Έλεγα “είστε και σεις κρυφολαμόγια”. Μα, ποτέ δεν κατάφερα να φτιάξω δικά μου ντουβάρια. Νόμιμα από την αρχή. Και μπήκα σ’αυτά. Έβαλα και το παιδί μου. Με γλύτωσαν από την απόλυτη ανέχεια τόσα χρόνια. Κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου. Τώρα ούτε και αυτό. Τώρα δανεική στέγη, δανεικά ρούχα, δανεική μπουκιά στο στόμα. Δεν ξέρω για πόσο.

Κάνω βήματα πίσω. Δεν έχει τίποτα να βάλω στις κούτες που έφερα. Το εξώφυλλο του Καζαντζάκη μόνο. Τα πάντα καμένα.

Όλα είναι πολύ νωπά ακόμα, σκέψεις συγκεχυμένες, δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Δε μπορώ επειδή το παιδί φωνάζει, μου αποσπά την προσοχή. Η περιουσία μου στα χέρια μου.

Δεν ήξερα πως αγαπούσα τόσο πολύ τούτα τα ντουβάρια. Τα θεωρούσα δεδομένα. Δεν ένιωθα πόσο πολύ τα έχω ανάγκη. Και αν δεν υπερίσχυε το ένστικτο μου να σώσω το παιδί, ίσως η ανάγκη μου να σώσω το σπίτι να ήταν πιο μεγάλη από την ανάγκη μου να σώσω τη ζωή μου. Σαν τον γείτονα που στάθηκε με το λάστιχο απέναντι στο θηρίο για να σώσει τα δικά του τα ντουβάρια. Και χάθηκε μαζί μ’ αυτά Πόσο λογικός μου φαίνεται αυτός ο παραλογισμός!

“Πάμε να φύγουμε” μου λέει ο φίλος, “πάμε να πιούμε ένα ουζάκι να παίξουν και τα παιδιά. Κερνάω εγώ” . Γελάω λίγο με το αστείο. Λες και θα μπορούσα να κεράσω εγώ, ενάμιση ευρώ έχω στη τσέπη, στο σορτσάκι που φόραγα όταν έφυγα από δω.

Γελάω. Το δάκρυ δεν έχει στεγνώσει ακόμα, μα άκου να δεις… Γελάω. Και το παιδί θέλει να παίξει και ο φίλος κερνάει ουζάκι.

Ρίχνω μια τελευταία ματιά στα ντουβάρια. Κοιτάω και τις παλάμες μου, τις αταλαιπώρητες, τις άμαθες στη σκληρή δουλειά. Τις ακουμπάω στους καπνισμένους τοίχους, λίγοι σοβάδες πέφτουν. Θα τα ξαναφτιάξω. Όλα.

Από αύριο όμως. Σήμερα θα πάω για ουζάκι. Κερασμένο.

Πάμε.

 

Αθηνά