Δεν την έλεγες και μεσόκοπη, την Ρίτσα. Πατημένα πενήντα, κατάμαυρο, πλούσιο μαλλί με γκρίζες κηλίδες από δω κι από εκεί, ελαφριές ρυτίδες σαν χαρακιές και με γοητευτικά πιασίματα. Είχε τις επιτυχίες της, κάποτε περνούσε από την πλατεία του χωριού κι αναστέναζαν τα καφενεία. Πλέον, σκύβει να πλύνει τις σκάλες κι αναστενάζει η μέση της. Ήταν σκυλί μαύρο όμως, η Ρίτσα. Από 16 χρονών στο μεροκάματο, μεγάλωσε ανίψια, μεγάλωσε αδέρφια, δικά της παιδιά δε μεγάλωσε όμως.
«Ο πατέρας των παιδιών μου έφυγε πριν πολλά χρόνια, δε θα υπάρξει άλλος», έλεγε στις αδερφές της όταν την ρωτούσαν γιατί έμεινε άτεκνη.
Όπως κάθε πρωί, έτσι και σήμερα, ξεκίνησε από το φτωχικό της τα χαράματα, φορτώθηκε στο λεωφορείο του χωριού και κίνησε για την διπλανή πόλη με τα ακριβά εξοχικά και τις τεράστιες μονοκατοικίες, για να βγάλει το μεροκάματό της. Παλιότερα κρατούσε παιδιά, μαγείρευε, πρόσεχε ηλικιωμένους. Τώρα ήθελε μόνο να πλένει σκάλες. Κι όχι οποιαδήποτε σκαλοπάτια, μόνο εκείνα τα μαρμάρινα, τα ακριβά, στο τελευταίο σπίτι στον λόφο.

Ο κυρ Γιώργος σιχαινόταν όταν του έφερναν την εφημερίδα του τσαλακωμένη. Τα μάτια του ήταν θολά, αρρωστιάρικα από τον καταρράχτη και τα χέρια του έτρεμαν, σαν την καρδιά ενός ερωτευμένου. Κατσάδιαζε κάθε φορά την μικρόσωμη, ταλαιπωρημένη υπηρέτρια που του έφερνε το πρωινό μαζί με την εφημερίδα, και μετά το μετάνιωνε. Είχε ζήσει κι αυτός μετανάστης, από τα 18 του, κι ήξερε το μαράζι που κουβαλάει ο κάθε ένας που αφήνει τον τόπο του.
Άνοιξε τη φυλλάδα κι άρχισε να περιεργάζεται τα νέα. Τις περισσότερες φορές δεν τα καταλάβαινε, ο κόσμος κινούταν υπερβολικά γρήγορα για να μπορεί να τον παρακολουθήσει. Του άρεσε όμως να διαβάζει άρθρα που ανέτρεχαν στην παλιά εποχή, σε μέρη και τόπους που είχε ζήσει, σε έθιμα που με τον καιρό ξεχνούσε. Το μυαλό του έχανε στιγμές, του είχαν πει. Είχαν σκουριάσει τα γρανάζια και το λάδωμα ήταν ακριβό ή και ασύμφορο.
Ο κυρ Γιώργος το ήξερε, κάποια στιγμή δε θα αναγνώριζε ούτε τον γιο του. Γι’ αυτό διάβαζε, όσο μπορούσε. Για να γεμίζει το μυαλό του με εικόνες και μέρη που θα τον βοηθούσαν να θυμηθεί. Μέρη που είχε επισκεφτεί, πρόσωπα που είχε αναζητήσει, μάτια που είχε λησμονήσει.
Το σπίτι του τεράστιο, μεγαλύτερο απ’ ότι είχε ονειρευτεί ποτέ. Μόνος του το είχε ανακαινίσει από το ερείπιο που είχε γίνει, με λεφτά που είχε ιδρώσει για να αποκτήσει. Κι όποτε είχε τη δυνατότητα, έδινε μεροκάματο σε ανθρώπους που το είχαν ανάγκη.
Όπως σ’ εκείνη τη γεροντοκόρη, την Ελευθερία. Του την είχαν συστήσει από το διπλανό χωριό κι αυτή έκανε σαν τρελή για να δουλέψει στο σπιτικό του, λες κι ήταν τ’ όνειρο της ζωής της. Μα είχε ένα παράπονο κι έπρεπε να της το πει κάποια στιγμή: Καθάριζε τα πάντα τέλεια με εξαίρεση τα δύο τελευταία σκαλοπάτια της εισόδου. Δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί, ήταν πολύ σχολαστική στη δουλειά της, λες και το ‘κανε επίτηδες.
Θα ερχόταν και σήμερα κι αν το ξανάκανε, θα της το έλεγε με τρόπο για να μην την προσβάλει κι όλας. Μεγάλη γυναίκα ήταν, πονεμένη κι αυτή, χωρίς άνθρωπο δίπλα της. Του άρεσε το πλούσιο μαλλί της, τα γεμάτα ευγένεια μάτια της.
Ξεφύλλισε την εφημερίδα κι επανήλθε στο διάβασμά του.

Η Ρίτσα κατέβηκε από το λεωφορείο κι άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι του κυρ Γιώργου. Κάθε φορά περνούσε από το κοντινό λιβάδι με τα χαμομήλια κι άρπαζε, με το χέρι της, μία χούφτα, για να μυρίζουν ωραία τα χέρια της όταν θα καθαρίζει το σπίτι. Τα μαλλιά της τα έπιανε έναν όμορφο κότσο, το φόρεμά της σιδερωμένο κι ας έπεφτε στα γόνατα για να τρίψει τα πλακάκια. Το καλάθι της είχε φρέσκα φρούτα, παραγγελιά του κυρ Γιώργου προς την καημένη την υπηρέτρια που δεν μπορούσε να τα διαλέξει.
Φτάνοντας έξω από την πόρτα του σπιτιού, κοίταξε το προς το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του. Τέτοια ώρα θα διάβαζε εφημερίδα, πίνοντας τον ελληνικό καφέ του. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της, τον κατάπιε, έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε για να ξεκινήσει την δουλειά της.
Τις πρώτες ώρες δεν τον έβλεπε καθόλου. Εκείνος ασχολιόταν με τα βιβλία και τις υποθέσεις του, αυτή αναλάμβανε τον κήπο για να ξεμπερδεύει με τα δύσκολα. Κατά το μεσημεράκι, την ώρα του φαγητού, βοηθούσε την υπηρέτρια να μαγειρέψουν και τότε αντάλλαζαν τις πρώτες κουβέντες.
«Γεια σου, Ελευθερία. Τι κάνεις; Πώς είσαι;»
«Γεια σου, κυρ Γιώργο μου. Καλά, δόξα το Θεό. Τι καλό θες να σου φτιάξουμε σήμερα;»
Ο κυρ Γιώργος σπάνια είχε απαιτήσεις κι η Ρίτσα έβαζε όλη της την μαεστρία ακόμα κι αν έφτιαχνε μακαρόνια με τυρί. Έτρωγαν όλοι μαζί, σιωπηλοί, και μετά αναλάμβανε να καθαρίσει το σαλόνι, την κουζίνα και τέλος, την είσοδο. Στο δωμάτιο του δεν ανέβαινε ποτέ.
Η Ρίτσα, αφού τελείωσε όλες τις δουλειές, έπιασε να πλύνει και τα σκαλοπάτια της εισόδου. Ξεκίνησε από τα πρώτα, έριξε χλωρίνη, έτριψε με το σφουγγάρι, γυάλισε με το πανί, κι όταν έφτασε στα δύο τελευταία, σηκώθηκε, μάζεψε τα σύνεργά της κι άρχισε τις ετοιμασίες για να φύγει.

Ο κυρ Γιώργος την χάζευε κάθε φορά που έτρωγαν μαζί. Οι ματιές τους συναντιόνταν, αλλά τα στόματα παρέμεναν κλειστά. Δεν ήξερε πολλά γι’ αυτήν ενώ ήταν σίγουρος ότι εκείνη ήξερε πολλά για τον ίδιο. Ήθελε να του φάει την περιουσία; Να τον ζητήσει σε γάμο για να έχει απαιτήσεις όταν πεθάνει; Πολλές σκέψεις έβαζε στο μυαλό του, πονηρεμένες οι περισσότερες.
Αλλά, όχι. Δεν του φαινόταν για τέτοιος άνθρωπος. Κάποιες φορές, οι κινήσεις των χεριών της κάτι του θύμιζαν, το χαμόγελό της, τα λακάκια στα μάγουλά της. Αλλά η μνήμη του, μεταξύ άλλων, είχε χειροτερέψει τον τελευταίο καιρό.
Την ώρα που καθάριζε τη σκάλα, την παρακολούθησε. Είδε ότι άφησε πάλι τα δύο τελευταία σκαλοπάτια και πήρε επιτέλους την απόφαση να της μιλήσει. Δεν άντεχε άλλο να συνεχιστεί μία τέτοια παραξενιά.

«Ελευθερία μου, θέλω κάτι να σε ρωτήσω».
«Σε ακούω, κυρ Γιώργο μου».
«Είσαι μία χαρά νοικοκυρά. Στο καθάρισμα, στο μαγείρεμα, στον κήπο, σε όλα. Τα κάνεις όλα τέλεια. Γιατί όμως, και πραγματικά δεν το χωράει ο νους μου, αφήνεις πάντα τα δύο τελευταία σκαλοπάτια βρώμικα; Δε με νοιάζει, τα πλένω κι εγώ, σιγά το πράμα. Αλλά μου κάνει τρομερή εντύπωση».
Η Ρίτσα δάγκωσε το κάτω χείλος της. Πλησίασε τον 60χρονο άνδρα κι έπιασε τα ροζιασμένα χέρια του.
«Γιώργη μου…» είπε κι ο κυρ Γιώργος κοκάλωσε. Μόνο ένα άτομο τον φώναζε έτσι κι αυτό είχε χαθεί πριν πολλά, πολλά χρόνια.
«Τι-»
«Άσε με να τα πω τώρα που θάρρεψα. Σ’ αυτά τα δύο σκαλοπάτια, Γιώργη μου, μου ορκίστηκες αιώνια αγάπη. Σ’ αυτά τα δύο σκαλοπάτια, αγάπη μου, είπες ότι θα αψηφήσεις πατέρα και συμπέθερο και θα με πάρεις να φύγουμε. Σ’ αυτά τα δύο σκαλοπάτια, άνδρα μου, σε είδα να δειλιάζεις και να παντρεύεσαι την κόρη του μεγαλοκτηματία. Και αυτά τα δύο σκαλοπάτια, μάτια μου, δε θέλω να τα πλύνω. Θέλω να μείνουν όπως ήταν, να κρατήσουν το όνειρό μας, ένα όνειρο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και που δεν έμελλε να στεριώσει».
Ο κυρ Γιώργος προσπάθησε να πάρει ανάσες αλλά η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Πήγαν να λυγίσουν τα γόνατά του αλλά η Ρίτσα τον συγκράτησε. Δύο δάκρυα ξέφυγαν από τα θολωμένα μάτια του κι εκείνη τα σκούπισε με τα ακροδάχτυλά της.
«Συγνώμη, Ρίτσα μου. Συγν-»
«Όχι. Δε θέλω συγνώμες. Μόνο να ξέρεις ότι δεν φταις εσύ για τη ζωή που έκανα και χαίρομαι για τη ζωή που έζησες. Μόνο, να, θα ήθελα, να με αφήνεις να έρχομαι εδώ, να σου μαγειρεύω, να σε φροντίζω, και να καθόμαστε τα απογεύματα, σ’ αυτά τα σκαλοπάτια, και να κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα. Αυτά ήθελα από σένα τότε, Γιώργη μου, κι αυτά ζητάω και τώρα».
Τα χέρια τους τυλίχτηκαν, τα κεφάλια πλησίασαν και τα χείλη τους ενώθηκαν απαλά.
Και τα σκαλοπάτια γέμισαν και πλύθηκαν, μετά από πόσο καιρό, με τα δάκρυά τους.