Πάνε κοντά 3 χρόνια από τότε. Ήταν Παρασκευή κάπου στο Γενάρη και είχα πάει να πάρω τη Μαρίνα από το σχολείο. Κάθε Παρασκευή μετά το σχολείο, είχαμε καθιερώσει με τη Μαρίνα να κάνουμε κάτι μόνες μας, χωρίς το μωρό. Της άρεσε πολύ να παίρνουμε κάτι για φαγητό και να πηγαίνουμε στη θάλασσα να το τρώμε. Εκείνη την Παρασκευή λοιπόν η Μαρίνα μάλλον θα είχε κάτι νόστιμο στο σχολείο και μου ζήτησε να της πάρω μια μεγαααααλη σοκολάτα. Σταματήσαμε σε ένα περίπτερο και διάλεξε μόνη της τη λιχουδια της. Πήγαμε στο πάρκο του Άναυρου (ένα τεράστιο παραθαλάσσιο πάρκο στην άκρη της πόλης) και περπατήσαμε μέχρι να διαλέξει η ίδια το παγκάκι που θα καθόμασταν. Συζητούσαμε για διάφορα μέχρι που σταμάτησε να μιλάει κ απέμεινε να κοιτάει αποσβολωμενη έναν άστεγο που καθόταν σε ένα παγκάκι μερικά μέτρα μπροστά μας…
«Είναι ο Άγιος Βασίλης» μονολογησε κοιτάζοντας τον με δέος.

Ο ηλικιωμένος άστεγος έδειχνε κάπου γύρω στα 65 με μια μακριά γκρίζα γενειάδα, βρώμικος και ατημέλητος, να αγναντεύει ήρεμα τη θάλασσα έχοντας πλεγμένα τα δάχτυλα του στα πόδια του. Η Μαρίνα διάλεξε να καθήσουμε στο παγκάκι απέναντι του ώστε να τον κοιτάζει.
«Είναι ο Άγιος Βασίλης!!» Έλεγε και ξαναλέμε γεμάτη σιγουριά δαγκώνοντας τη σοκολάτα της.

Ο άστεγος δεν γύρισε καν να μας κοιτάξει παρά παρέμενε ήρεμος να κοιτάζει τη θάλασσα.
«Πάω να του δώσω σοκολάτα! Έλα!» μου είπε και προσπάθησε να κατέβει από το παγκάκι με την 3χρονη αρτσουμπαλιά της.

Πήγαμε κοντά του. «πάρε!» του είπε και του πρότεινε τη δαγκωμενη σοκολάτα της, ο άστεγος γύρισε και μας κοίταξε.

Τα μάτια του ήταν μελια κ ήταν τα πιο ήρεμα μάτια που είχα αντικρίσει ποτέ μου. Έμεινε να κοιτάζει το παιδί και η κόρη μου είχε μείνει με το χεράκι της και τη σοκολάτα μετέωρη κοντά του.
«Πάρε! Έλα! Φάε!» Επέμεινε και πήγε τη σοκολάτα πιο κοντά στο στόμα του.
«Δεν θέλω, σε ευχαριστώ» είπε σιγανα και ήρεμα.
«Με λένε Μαρίνα… είσαι ο Άγιος Βασίλης!» του είπε η Μαρίνα όλο χαρά.
Ο «άγιος Βασίλης» γύρισε και με κοιταξε.
Τα μάτια του άδειασαν κάθε μου σκέψη. Είχαν τόσο πόνο που ήθελα ενστικτωδώς να τον πάρω αγκαλιά. Βουρκωσα νιώθοντας ντροπή.

«Αυτή είναι η Μαρίνα κ εγώ είμαι η Αύρα» του είπα. Το κοίταγμα του μου έβγαλε πολύ πόνο, ήθελα να αλλάξω κουβέντα. «Η Μαρίνα θέλει να σας δώσει σοκολάτα, αλλά επειδή είναι δικιά της, να πάμε να πάρουμε και σε εσάς μια;»
«Όχι. Έχω ζάχαρο, δεν κάνει» μου απάντησε.
«Να σας φέρουμε κάτι να φάτε;» αντιπρότεινα.
«Όχι. Έχω εδώ ότι χρειάζομαι μέχρι το βράδυ» μου είπε και μου έδειξε μια μικρή μπλε σακούλα δίπλα του που είχε μέσα κάτι σαν δοχείο φαγητού.
«Θέλετε να σας φέρω ένα πιο χοντρό μπουφάν; Κάνει πολύ κρύο, δεν κρυώνετε;» επέμεινα.
«Όχι. Δεν κρυώνω, έχω συνηθίσει»
«Τι να σας φέρω; Τι θα σας έκανε έστω λίγο χαρούμενο αυτή τη στιγμή; Σας παρακαλώ σκεφτείτε κάτι!» τον παρακάλεσα.
Πήρε τα μάτια του πάλι προς τη θάλασσα κ άλλαξε ύφος, έδειχνε να σκέφτεται.
«Εεεε… Δεν ξέρω… Δεν ξέρω… Μπορείς..;; Μπορείς να μου πάρεις έναν καφέ;»
«Φυσικά!! Τι καφέ;»
«Ότι να’ναι… Ότι θες εσύ!»
«Κρύο ή ζεστό;»
«Κρύο… Και λίγο γλυκό»
«Κάνει;»

«Λίγο κάνει!»

Φύγαμε με τη Μαρίνα που σχεδόν χοροπηδούσε. «ο Άγιος Βασίλης πίνει καφεεεε! Όχι γάλα! Τα Χριστούγεννα να του βάλουμε καφέ!» Γελούσαμε κ οι δυο.
Μερικά μέτρα πιο κάτω είχε ένα καφέ ανοιχτό. Μπήκαμε μέσα και τους παράγγειλα έναν φραπέ λίγο γλυκό. Και δύο μερίδες γάλα… Μπορεί να ήθελε. Μας τον ετοίμασαν. 1,5 ευρώ…

Φεύγοντας μου λέει η Μαρίνα «Μαμά… Άμα θέλει ο άγιος Βασίλης να πιει και αύριο καφέ; Θα του φέρουμε;»
Έμεινα να την κοιτάζω…

Γύρισα κ άφησα άλλο ενάμισι ευρώ λέγοντας ότι θα έρθει ένας άστεγος όποτε θέλει να πάρει άλλον ένα καφέ. Ο κύριος μου χαμογέλασε.
«Πολύ ωραία σκέψη» είπε.
Τον ευχαρίστησα αλλά η σκέψη ήταν όλη της Μαρίνας. Πήγαμε σχεδόν τρέχοντας πίσω. Ο άστεγος μας ήταν ακόμη εκεί.
Η Μαρίνα του έδωσε τον καφέ.
«Πάρε! Έλα! Πιες!»
Πήρε τον καφέ από το χέρι της και την ευχαρίστησε ήρεμα.
«Σε εκείνο το μαγαζί σας περιμένει άλλος ένας καφές όποτε εσείς θελήσετε ξανά» του είπα…
«Ευχαριστώ» ψέλλισε ντροπαλά.
«Η σκέψη ήταν όλη της Μαρίνας» του είπα κ η κόρη μου του χαμογέλασε με το κόκκινο από το κρύο μουτράκι της.
«Να της φιλήσω το χέρι;» Με ρώτησε.
«Φυσικά!!»
Η Μαρίνα του πρότεινε το χέρι της ορθάνοιχτο, σαν μούτζα.
Το φίλησε σχεδόν με δεος ακουμπώντας απαλά τη μύτη του πάνω στην παλάμη της και χωρίς τα χείλη του να την ακουμπούν. Ένας κόμπος αγκιστρωθηκε στο λαιμό μου.
Τον χαιρετίσαμε. Η Μαρίνα φώναζε μέχρι να φτάσουμε στο αυτοκίνητο «γεια σου άγιε βασιληηηηη!!! Θα τα πούμε τα Χριστούγενναααα»
Φύγαμε.

Η Μαρίνα χοροπηδούσε.
Κ εγώ ένιωθα λίγο καλύτερος άνθρωπος.
Με 3 μόνο ευρώ…

 

Avra Foukou