Όλα έγιναν τόσο αργά, που δεν κατάλαβες πως έφτασες σε αυτήν την κατάσταση. Στην αρχή όλα ήταν ρόδινα. Αυτός ήταν έξυπνος, γοητευτικός, σε έκανε να γελάς και να αισθάνεσαι ξεχωριστή. Σου έλεγε πόσο όμορφη είσαι, πόσο τυχερός είναι που σε έχει, πόσο σε αγαπάει, πως κανένας ποτέ δεν θα σε αγαπήσει όπως αυτός. Είχε τον τρόπο του με τους ανθρώπους, σε έκανε να αισθάνεσαι σιγουριά. Αυτός ήξερε τα πάντα και μπορούσες να βασιστείς πάνω του. Ήταν πάντα εκεί για σένα, ακόμα και όταν δεν του το ζητούσες, έτοιμος να προσφέρει την βοήθειά του, την αγκαλιά του, την αγάπη του.

Τον ερωτεύτηκες.

Δεν κατάλαβες πως έγινε. Σιγά σιγά. Μια μέρα έκατσες σπίτι να του μαγειρέψεις και όταν έφαγε σου είπε ότι ήταν καλό, αλλά ήθελε λίγο περισσότερο αλάτι, δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα το πετύχεις. Και την επόμενη φορά προσπάθησες, αλλά πάλι δεν ήταν σωστό. Μα καλά, ούτε ένα κοτόπουλο δεν ξέρεις να φτιάχνεις; Βγήκατε για ψώνια και σου είπε να μην πάρεις αυτό το φόρεμα, σου τονίζει την κοιλιά και έχουμε παχύνει λιγάκι τελευταία, ε; Μια άλλη φορά του είπες ότι θα βγεις με την παρέα και σε ρώτησε αν θα είναι ένας συγκεκριμένος φίλος σου μαζί. Θα είναι; Δεν θα πας, δεν του αρέσει η φάτσα αυτουνού, δεν τον συμπαθεί και πρέπει να κόψεις τα πολλά πάρε-δώσε. Οι φίλοι αρχίζουν να ανησυχούν που ξεκόβεις, αλλά δεν τολμάς να τους μιλήσεις, ούτε και κείνοι τον συμπαθούν αλλά εσύ τον αγαπάς, δεν θες να δεις την αλήθεια. Πιστεύεις ότι θα τον αλλάξεις. Προτιμάς να απομακρυνθείς. Άλλωστε Εκείνος ξέρει καλύτερα. Και σε αγαπάει. Δεν θέλει το κακό σου. Ύστερα έχει σειρά η οικογένειά σου. Απομακρύνεσαι από όλους αυτούς που θα σου πουν κάτι κακό για Εκείνον, δεν θες να τον κακολογούν, τον αγαπάς, θες και οι άνθρωποί σου να τον συμπαθήσουν οπότε μοιράζεσαι μαζί τους επιλεκτικά τις καλές στιγμές, οι οποίες όμως αρχίζουν να στερεύουν.

Δεν κατάλαβες πως έγινε. Γρήγορα. Μαλώνατε, συχνό φαινόμενο αυτές τις μέρες και Εκείνος έχασε τον έλεγχο και σε χαστούκισε. Ούτε που το είδες να έρχεται, απλά ένιωσες ένα κάψιμο στο μάγουλο και μια ντροπή να αναδύεται από τα βάθη της κομματιασμένης σου ψυχής. Πάντα έλεγες ότι δεν θα γίνεις μία από αυτές τις γυναικούλες που κάθονται να τις βαράνε οι άντρες τους, ή να τρώνε κέρατο και να το ανέχονται. Τον πετάς έξω από το σπίτι, αλλά Εκείνος δεν το βάζει κάτω, σε παρακαλάει, σου ζητάει συγγνώμη, ορκίζεται ότι δεν θα ξαναγίνει. Τον πιστεύεις. Σε αγαπάει. Άλλωστε εσύ φταις που σε χτύπησε. Αν δεν είχες αντιμιλήσει, αν δεν τον είχες εξωθήσει στα άκρα δεν θα είχε συμβεί. Την επόμενη φορά ορκίζεσαι ότι θα είσαι καλή, δεν θα τον εξοργίσεις, θα γίνεις όλα όσα θέλει.

Την επόμενη φορά κατάλαβες. Το ένιωσες ότι θα γίνει. Είχε πιει ή είχε μαστουρώσει ή και τα δύο και είχε βγει εκτός εαυτού. Μαλώσατε γιατί σε ζήλευε, ήσουν στη δουλειά και δεν σήκωσες το τηλέφωνο όταν σε πήρε. Τι έκανες πουτανάκι; Με ποιον γαμιόσουνα και δεν σήκωνες τα τηλέφωνα; Σε πιάνει από το λαιμό και σε κολλάει στον τοίχο και από το πουθενά εμφανίζεται ένας σουγιάς. Είσαι τυχερή γιατί μέσα στη θολούρα του βάζει τα κλάματα. Φεύγεις από το σπίτι τρέχοντας, βγαίνει στο μπαλκόνι και σου ουρλιάζει να μείνεις, σου λέει ότι όπου και να πας θα σε ακολουθήσει, θα σε βρει. Δεν σου ζητάει ποτέ συγγνώμη. Άλλωστε εσύ φταις. Ας σήκωνες το γαμημένο το τηλέφωνο.

Τώρα ξέρεις. Δεν έχεις φίλους πια, μόνο Εκείνον. Τον φοβάσαι. Και τον αγαπάς ακόμα. Έχεις χάσει κάθε πίστη στον εαυτό σου, πράγματα που έχεις δει και ακούσει και τα ξέρεις πέρα από κάθε αμφιβολία έχει τον τρόπο του να τα διαστρεβλώνει προς το συμφέρον του. Σου λέει ότι είσαι τρελή, ή υπερβολική και τον πιστεύεις. Σου λέει ότι κανένας δεν θα αγαπήσει όπως αυτός και τον πιστεύεις. Σε ξέρει καλύτερα από τον καθένα και πατάει σε όλες σου τις ανασφάλειες, σε κάνει να πιστεύεις ότι για όλα φταις εσύ, εσύ, εσύ. Αν ήσουν καλύτερη, αν ήσουν πιο υπάκουη, αν μιλούσες λιγότερο, όλα θα ήταν τέλεια. Και εσύ προσπαθείς να γίνεις αυτό το ον, που δεν θα έχει υπόσταση και προσωπικότητα, μια κούκλα που αναπνέει, μέχρι Εκείνος να αποφασίσει ότι τον ενοχλεί και αυτό και να ξαναβγάλει τον σουγιά.

Μια μέρα το παίρνεις απόφαση. Ή Εσύ ή Εκείνος. Η απόφαση πάρθηκε. Προτιμάς να μην βρεις ποτέ κανέναν να σε αγαπήσει ξανά, παρά να έχεις την αγάπη Εκείνου. Φυσικά και δεν σέβεται την απόφασή σου. Σε παίρνει απανωτά τηλέφωνα για ώρες, μέχρι να το σηκώσεις για να το κάνεις να σταματήσει να χτυπάει. Ακόμα δεν έχεις βρει τη δύναμη απλά να το κλείσεις. Τον φοβάσαι. Εμφανίζεται κάτω από το σπίτι σου και σου αφήνει σημειώματα στο αμάξι. Βάζει τους φίλους του να παίρνουν τηλέφωνο τους φίλους σου και να σε ψάχνουν. Ενοχλεί ακόμα και τους παππούδες στο νησί, μήπως και πήγες εκεί για να απομακρυνθείς από την τρέλα. Αλλάζεις τηλέφωνο, μέιλ, facebook, τον μπλοκάρεις από παντού. Και ξεκινάς να γλείφεις τις πληγές σου. Δεν έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν, όταν σε ακουμπάει κάποιος αναπάντεχα, τινάζεσαι απότομα, κάθε φορά που βγαίνεις από το σπίτι ή γυρνάς βράδυ κοιτάς τριγύρω μήπως πεταχτεί κανένας μέσα από το σκοτάδι. Περνάει ο καιρός, είσαι καλά. Φοβάσαι όμως ότι θα ξαναεμφανιστεί, όχι γιατί του έμεινες αξέχαστη αλλά από εγωισμό, στο μυαλό του είσαι η καριόλα που τον παράτησε. Προσπαθείς να καταπολεμήσεις τον φόβο, τώρα είσαι δυνατή, δεν είσαι το κοριτσάκι που ήξερε.

Fast forward
5 χρόνια μετά, 2:45 ξημέρωμα Σαββάτου, messenger, αίτημα μηνύματος από χρήστη που δεν είσαστε «φίλοι». Εκείνος.

 

TheOneWhoLeft