Μια φορά και ένα καιρό, μέσα στην μοντέρνα πια ζωή και την πιο δημοφιλή σελίδα διαδικτύου, η Μαρία δέχτηκε ένα αίτημα φιλίας από ένα αγόρι, με το ψευδώνυμο ο λύκος (the wolf).

Ναι, ναι αίτημα φιλίας, τι νομίζεις ότι τα παραμύθια έχουν δημιουργηθεί μόνο σε δάση και κάστρα;

Ε λοιπόν αυτό το παραμύθι θα γεννηθεί στην εποχή μας. Για όσους έχουν μεγαλώσει με παραμύθια τα αγαπάμε γιατί όλοι παίρνουν αυτό που τους αξίζει και έχουν καλό τέλος.
Η Μαρία ψιθύρισε: «ορίστε τώρα δεν φτάνει που το τρώμε το παραμύθι, πρέπει να το δεχτούμε κιόλας. Άκου εκεί λύκος! Εγώ τώρα δηλαδή πρέπει να νιώθω σαν Κοκκινοσκουφίτσα;»

Γέλασε δυνατά και άνοιξε το αίτημα φιλίας να δει περισσότερα. Η φωτογραφία από ένα αγόρι την έκανε να σαστίσει. Ένα πανέμορφο αγόρι 25 χρονών, ψηλό με λίγα παραπανίσια κιλά, ξυρισμένο κεφάλι, μάτια καστανά που πετούσαν φλόγες και χείλια σαρκώδη, με ύφος αγριεμένο, αγέλαστο, σαν να θέλει να δείξει ότι είναι σκληρός, ότι είναι κακό αγόρι. Η Μαρία γέλασε, ήταν τόσο αστείο σαν να λέει, «εεε εδώ είμαι κοίτα με είμαι άγριος εγώ, είμαι ένας λύκος». Όμως εκείνη δεν μπορούσε να μην αποδεχτεί το αίτημα του, κάτι επάνω του την είχε μαγέψει.

Την επόμενη μέρα που άνοιξε τον υπολογιστή της, είχε ένα μήνυμα από τον λύκο. «Γεια σου κορίτσι τι κάνεις;». Γέλασε γιατί εκείνη ήταν πιο μεγαλύτερη από το λύκο κατά 18 χρόνια. Η αλήθεια ήταν ότι φαινόταν εξίσου μικρή, μικρόσωμη 1,65 με γκριζοπράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά κομμένα ασύμμετρα σε καρέ και το πρόσωπο της ήταν σαν να μην το είχε αγγίξει ο χρόνος. Οι περισσότεροι με το ζόρι την έκαναν 30-35 χρονών. Προσπαθώντας να αποτρέψει την πολλή οικειότητα, για να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ο λύκος, του απάντησε με χιούμορ: «43 χρονών κορίτσι δεν μπορείς να με πεις, μάλλον καλημέρα μάνα μου έπρεπε να πεις». Το σοκ του λύκου ήταν μεγάλο, δεν μπορούσε να το πιστέψει, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Η επιμονή του κρατούσε την επικοινωνία μέσω μηνυμάτων, χωρίς ερωτικά υπονοούμενα. Μόνο καλημέρες και καληνύχτες και αόριστα θέματα που τους έκαναν πάντα να γελούν. Με αφορμή ένα γεγονός αντάλλαξαν τηλέφωνα. Το πρώτο τηλεφώνημα κράτησε 3 ώρες, μιλούσαν για διάφορα που τους είχαν συμβεί στην ζωή τους και δάκρυζαν από τα γέλια.

Ύστερα ήρθε η στιγμή για την πρώτη τους συνάντηση κι ενώ στα παραμύθια ο λύκος είναι αθόρυβος, ο δικός μας λύκος “έσκασε” μ’ ένα γρήγορο αυτοκίνητο και πειραγμένη εξάτμιση, που ακούγονταν τέσσερα τετράγωνα μακριά από το σπίτι της Μαρίας. Μόνο που δεν βγήκαν στα μπαλκόνια να τον χειροκροτήσουν ή να τον πυροβολήσουν και φυσικά όλοι στη γειτονία τον είδαν αφού πανικόβλητοι πεταχτήκαν έξω από τα σπίτια τους με τόσο θόρυβο που έκανε το αμάξι του. «Ατρόμητος μας βγήκε αυτός ο λύκος, έχει άγνοια κίνδυνου», είπε η Μαρία μέσα της και γέλασε.

Η πρώτη τους συνάντηση ήταν τόσο οικεία, ένιωθαν σαν να γνωριζόντουσαν χρόνια. Μίλησαν για πολλά προσωπικά τους θέματα, γέλασαν τόσο πολύ και από εκείνη την ημέρα έγιναν αυτοκόλλητοι. Η πρώτη καλημέρα και η τελευταία καληνύχτα ήταν δική τους και κατά την διάρκεια της ημέρας μικρά μηνύματα.

Όμως η αγέλη του δεν την δέχτηκε την σχέση αυτή και ο λύκος έφυγε και κρύφτηκε μέσα στο δάσος. Έτσι σαν ένα τρομαγμένο σκυλί που άκουσε πυροβολισμό και έβαλε την ουρά του στα σκέλια. Και η πόλη σκοτείνιασε, μαύρισε, δεν ακουστήκαν ξανά φωνές, γέλια, ουρλιαχτά και το μόνο που είχε μείνει στην πόλη ήταν η απολυτή σιωπή και ένα μικρό φως μέσα σ’ ένα διαμέρισμα, για να βρει τον δρόμο του το αγόρι μέχρι να γίνει ο λύκος που πάντα ήθελε να γίνει.

Η Μαρία το ήξερε ότι έτσι έπρεπε να γίνει, έπρεπε ν’ ακολουθήσει την αγέλη του έτσι ήταν το σωστό. Όμως της έλειπε τόσο πολύ ο λύκος, τα γέλια τους, τα πειράγματα τους, οι ατελείωτες συζητήσεις του και το φιλί του. Αυτό το φιλί του σαν κρασί παλιό, το χάδι του ήταν μια ανατριχίλα που τάραζε τα σκοτάδια της ψυχής της κι έβαζε μέσα της φως. Δεν έπρεπε να είχε συμβεί αυτό το ήξερε κι έτσι ποτέ δεν τον αναζήτησε στην πραγματικότητα, παρά μόνο στις σκέψεις της. Ώσπου μετά από ένα μήνα ένα ξημέρωμα ακούστηκε το αμάξι του λύκου. Η Μαρία πετάχτηκε από το κρεβάτι, «δεν μπορεί να είναι αυτός είπε» και ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Σηκώθηκε γρήγορα και άνοιξε την μπαλκονόπορτα κι εκείνη την στιγμή έστριβε ο λύκος με χειρόφρενα «θεέ μου θα σκοτωθεί τι κάνει; Θα ξεσηκώσει όλη την γειτονιά».

Άρπαξε τα κλειδιά και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Εκείνη την ώρα είχε παρκάρει ο λύκος και είχε βρεθεί στην εξώπορτα της. Έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και με δάκρυα που κυλούσαν στα χείλια τους φιλήθηκαν με πάθος. Ο λύκος την κοίταξε και της είπε, «τα κατάφερα, τα κατάφερα, πάλεψα με όλους, τους νίκησα. Τώρα εγώ είμαι ο αρχηγός της αγέλης, τώρα είμαι λύκος και είμαι δικός σου Κοκκινοσκουφίτσα».

Και ζήσαμε εμείς καλά και εσείς καλυτέρα…

 

Π.Κ.