(Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.)

Υπάρχουν ακόμα (ήταν περισσότερο της μόδας πριν κάποιες δεκαετίες βέβαια) ορισμένα μεταλλικά διακοσμητικά γραφείου, τα λεγόμενα και παιχνίδια αέναης κίνησης ή perpetual motion αγγλιστί. Ένα τέτοιο, κοίταζε με θαυμασμό το αδέσποτο αγόρι. Ήταν έξι χρονών όταν το πρωτοείδε. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Είναι το μόνο σουβενίρ που έχει από τον μπαμπά του. Κι αυτόν, έξι χρονών τον είδε τελευταία φορά.

Μα ο εν λόγω μπαμπάς, δεν μετανάστευσε. Δεν έφυγε σε άλλους τόπους. Δεν βρέθηκε σε ατύχημα. Δεν αρρώστησε. Δεν… τίποτα. Απλά, δεν ήθελε να ξέρει το αγόρι.

Παιδιά, ο εν λόγω ούτως ή άλλως δεν ήθελε. Τι είχε πάθει η άλλη και είχε εμμονή να φέρει στον κόσμο εκείνο το μωρό; Γιατροί δεν υπήρχαν; Τρόποι να αλλάξει γνώμη; Καλά δεν περνάγανε οι δυο τους;

Φυσικά κι υπήρχαν τρόποι. Υπάρχουν εδώ και καιρό. Εκείνη, ήταν ανένδοτη. Αυτό το παιδί ήθελε, όχι το επόμενο, όχι κάποιο άλλο. Εκείνος, το αποδέχτηκε, μα μόνο για μερικούς μήνες. Δεν κράτησε πολύ η αναγκαστική συμβίωση. Alors, c’est la guerre – διαζύγιο it is, then. Σύντομα σκέφτηκε ότι δεν του έφτανε το διαζύγιο. Και αν… αποκτούσε δικαιώματα το αγόρι; Στο κάτω-κάτω, εντός γάμου γεννήθηκε. Η όποια περιουσία είχε θα πέρναγε στο μούλικο που εκείνος δεν ήθελε να ξέρει; Δε μπορούσε να μείνει έτσι αυτό! Σιγά μην έχανε τη βολή του, τη ζαχαρένια του, τα λεφτά του, το σπίτι στο χωριό, την περιουσία των γονιών του, από το πουθενά!

Έβαλε σε εφαρμογή το καταχθόνιο σχέδιο του: Μιλημένοι γιατροί. Εξετάσεις που δεν είχαν 100% ακρίβεια αποτελεσμάτων, την εποχή εκείνη. Εκείνη, στην απ’ έξω, «θα τα κανόνιζε όλα αυτός». Δεν άργησαν να έρθουν τα αποτελέσματα: Πειραγμένα, σκάρτα, φτιασιδωμένα όπως αυτός γούσταρε. Δεν ήταν σίγουρο πως το αγόρι ήταν δικό του παιδί, έτσι έλεγε το χαρτί. Μπορούσε να το στείλει, επιτέλους, στο διάολο κι ακόμη παραπέρα. Ούτε το επώνυμο του να κρατούσε, ούτε να του χτύπαγε την πόρτα μετά από χρόνια και να του ζήταγε τα ρέστα. Με τις ευλογίες της μεγάλης στρογγυλής σφραγίδας του Κράτους και του μεγαλοδικηγόρου του, αποκηρύχθηκε και μετατράπηκε επίσημα σε αδέσποτο το αγόρι.

Όταν είδε τελευταία φορά το αγόρι, του έδωσε δώρο…ό,τι βρήκε μπροστά του. Το μεταλλικό διακοσμητικό. Σιγά μην έμπαινε και σε έξοδα να του έπαιρνε κανένα αρκούδο. Αφού είχαν τελειώσει οριστικά τα χαρτιά, είχαν τελειώσει όλα. Χεσμένο το είχε το αγόρι, χάρη έκανε σε εκείνη που το είδε άλλη μια φορά, να τρέχει ανέμελο στην παιδική χαρά κοντά στο σπίτι του, στα έξι του χρόνια.

Τα χρόνια πέρασαν. Το αγόρι είχε πάει σχολείο. Κάποια στιγμή, ρώτησε γιατί δεν βλέπει το μπαμπά του παρόλο που ήξερε ότι ήταν ζωντανός και έμενε στον ίδιο νομό. Μισόλογα, πολλά μισόλογα, κανείς δεν μιλούσε στο αγόρι, κανείς δεν του εξηγούσε.

Φτάσαμε στην εφηβεία πια. Τα χαρτιά και τα πρωτόκολλα είχαν οριστικοποιηθεί – το αγόρι έπρεπε να αλλάξει επώνυμο, όταν πήγε να βγάλει ταυτότητα του κατέστη απολύτως σαφές: Δεν υπάρχει έγκυρο πιστοποιητικό με τα  στοιχεία σου. Λυπούμεθα.

Άλλαξε επώνυμο στο σχολείο την επόμενη χρονιά. Το σχολείο λειτουργούσε με αλφαβητικά τμήματα, το αγόρι λοιπόν πήγε σε άλλο τμήμα, με άλλους συμμαθητές. Τα παιδιά, ως συνήθως, ήταν σκληρά και δεν καταλάβαιναν από απότομες αλλαγές. Οι καθηγητές, δεν είχαν μάθει ούτε αυτοί να χειρίζονται ανάλογα περιστατικά. Δεν είμαστε, δα, και στη Σουηδία. Το αγόρι, κάπου εκεί εξοργίστηκε. Αδέσποτο και πληγωμένο, έβριζε θεούς και δαίμονες, κόντεψε να γκρεμίσει το σπίτι. Τότε, εκείνη του εξήγησε πως ο «μπαμπάς» είχε άλλες προτιμήσεις: Το χρήμα, την καριέρα του, τα ταξίδια – αλλά όχι αυτόν. Εκείνη, τον λάτρευε. Εκείνος…

Το αγόρι έμεινε άυπνο αρκετές ώρες τα επόμενα βράδια. Μα, αφού εκείνος δεν τον ήξερε πραγματικά. Ήταν καλός μαθητής, πολιτισμένο παιδί, δεν ήταν αλήτης, δεν κάπνιζε, δε βολόδερνε σε ύποπτα μέρη αντί να κάνει τα μαθήματά του. Πώς μπορούσε εκείνος να αδιαφορεί για τη ζωή του; Φυσικά και μπορούσε, αν είναι χοντρόπετσος κάποιος, αυτά τα τρώει για πρωινό.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Το αγόρι ενηλικιώθηκε. Ξεκίνησε κάποια νομική διαδικασία εναντίον εκείνου, με βάση νόμους και διατάξεις που προβλέπουν ότι στα δεκαοχτώ, το παιδί δικαιούται να πάρει μέτρα για λογαριασμό του.
Τα στοιχεία λίγα, οι μεγαλοδικηγόροι εκείνου, ακόμα ισχυροί και με καλές γνωριμίες. Το αγόρι έχασε. Έμεινε αδέσποτο, χωρίς αληθινό όνομα πατρός, σε μία χώρα που αυτά τα στοιχεία τα ζητάει, τα περιφέρει και τα γουστάρει. Εκείνον, δεν τον ξαναείδε ποτέ.

Το αγόρι ξέχασε ότι είχε πατέρα, έστω και θεωρητικά. Λίγοι, συγκεκριμένοι φίλοι ήξεραν ή έμαθαν την πραγματική ιστορία. Οι περισσότεροι το συμβούλεψαν να βρει εκείνον και να τον σπάσει στο ξύλο. Αλλά, ποιο το όφελος; Εκείνος, πρέπει να είχε γίνει γεροντάκι ως τώρα, εβδομήντα και βάλε, μπορεί και παραπάνω, αν ζούσε κιόλας. Να πήγαινε και να έσπαγε στο ξύλο ένα γεροντάκι;

Αφού όμως, τον έβλαψε! Θα του άξιζε, ό,τι και αν πάθαινε, στα πλαίσια του νόμου ή και του εθιμικού νόμου, έστω! Το αγόρι χαμογέλασε πικρά: Είχε πάρει την απόφασή του – Εκείνον, θα τον καταδίκαζε στην χειρότερη τιμωρία: Το να μην γνωριζόντουσαν ποτέ, το να αναρωτιέται εκείνος, έστω από καιρό σε καιρό, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί διαφορετικά, αν είχε αλλάξει γνώμη τότε, αν δεν είχε βάλει τα λεφτά πάνω από το αγόρι.

Ναι, αυτό ήταν. Δεν θα τον έψαχνε ξανά, και δεν θα αναρωτιόταν τίποτα γι’ αυτόν όσος καιρός και αν περνούσε. Την τελευταία φορά που μίλησαν στο τηλέφωνο, όταν ήταν δώδεκα χρονών το αγόρι, εκείνος έκλαιγε. Το αγόρι όχι.
Μετά από μερικά ακόμα χρόνια, το αγόρι, που είχε γίνει άντρας εδώ και πολλά χρόνια πια, γυάλισε το διακοσμητικό και το τοποθέτησε στο δικό του γραφείο, χαμογελώντας. Δεν ένιωθε αδέσποτος. Είχε, πραγματικά, νικήσει.