Ξαπλώνω με την πλάτη μου γυμνή στην κρύα άμμο και κοιτάζω το κεντημένο μαύρο του ουρανού. Συγκεντρώνω το βλέμμα μου σε κάθε μικρή λευκή κουκκίδα, σε κάθε νεκρή λάμψη, που το φάντασμα της μου ψιθυρίζει στη νύχτα μυστικά. Σκιές δεν υπάρχουν. Στο σκοτάδι ζουν οι ψυχές.

Κι όμως κάπου πίσω του βρίσκονται οι απαντήσεις. Κουράστηκα να ψάχνω.

Δε βλέπω καθαρά το σκοτάδι πια, οι κομήτες φωτίζουν τον ουρανό μου και μου κρύβουν το δάχτυλο που κρατάω μπροστά μου υψωμένο, για να κρύβομαι πίσω του.
Είσαι κι εσύ εκεί, μα κρύβεσαι στην αστρόσκονή τους και δε σε βρίσκω. Μα εγώ δεν ήμουν που σ έβαλα εκεί;

Γυρνάω πάλι πίσω στο παρόν μου, σε ένα δωμάτιο με αστέρια και δίχτυα στο ταβάνι. Ανοίγω το παράθυρο και αναπνέω ουρανό.
Λίγο πιο πολύ.
Λίγο πιο βαθιά.

Πόσος ουρανός να αντέξει στα πνευμόνια μου;
Εισπνέω κι εκπνέω.
Θα βγεις επιτέλους;

Αποφάσισε επιτέλους τι θα κάνεις. Τόσον καιρό μέσα μου κλεισμένος κι ούτε ένα τόσο δα σύννεφο να προμηνύει μπόρα. Δε μου φτάνει ο αέρας, αιωρούμαι στον ουρανό με μια απόχη.

Ωπ, τσάκωσα ένα όνειρο, μα μου ξεφεύγει πριν το κλείσω στο κουτί του. Δε θα το αφήσω όμως.Σα φίδι πετάγομαι και το δαγκώνω. Το γυροφέρνω στον ουρανίσκο πότε δεξιά, πότε αριστερά, τη γεύση που έμεινε από εκείνο το όνειρο, την πιπιλίζω. Σαν ένα φρούτο καλοκαιρινό με ζουμιά και δροσερή μεστή σάρκα, που δε γεύτηκα κι όμως το κουκούτσι που μένει πικρό, σκληρό και στυφό. Μα δε μπορώ να το φτύσω. Δε θέλω .

Μμμμμ, ένας ρυθμός παλεύει να σχηματιστεί στο μυαλό μου, γαμώτο , πώς πήγαινε εκείνο το τραγούδι που τραγούδαγες στο όνειρο;
Χαλασμένο πικάπ, κόλλησε η βελόνα, στο παράμ παράμ…

Ίσως τελικά παραμυθιάστηκα . Μόνη μου έπλασα το παραμύθι μου και παίζω εγώ την πριγκηπέσα, εγώ και την κακιά τη μάγισσα. Ποια θα νικήσει;
Όσους λύκους, κυνηγούς και ξωτικά κι αν βάλω, πάντα στο τέλος θα μένουμε οι δυο μας.

Εγώ κι εγώ σε μονομαχία για την καρδιά του πρίγκιπα.
Παράμ παράμ παράμ, πάλι ο ρυθμός…

Με χλευάζει, με κοροϊδεύει πίσω απ’ τις νότες, με ξέρει και μου τραβάει το αφτί σε κάθε ευκαιρία. Με σέρνει στο σκοτάδι μου ξανά.
Και προσπαθεί να μου το πει μ’ ένα τραγούδι, που όμως ποτέ δε φτάνει στο αφτί. Ποτέ δεν φτάνει στο φως. Μένει εκεί στα σκοτεινά να παραμονεύει και να επιμένει… Παμ παράμ παράμ…

Να σκεπάζει τον ήχο της καρδιάς μου θέλει μάλλον. Δεν είναι δύσκολο. Δεν είναι εύκολο.
Όταν το νιώσω να βγαίνει με ορμή από μέσα μου και να απειλεί να με καταπιεί, να σκεπάσει την σκέψη μου με το ρυθμό του, να θυμηθώ να τραβήξω το καλώδιο απ’ την πρίζα.

Και να πάψει.
Και να πάψω κι εγώ μαζί του.
Ίσως να ‘ναι σχοινί κι όχι καλώδιο τελικά.
Ίσως να ‘ναι ο ομφάλιος λώρος μου, που με κρατάει φυλακισμένη στα σκοτάδια μου, στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Ίσως είναι το είδωλο στον καθρέπτη, αυτό το τόσο οικείο, αυτό που δεν αναγνωρίζω.
Ίσως. Ίσως πάλι και όχι…

 

 

Alkooliko radiki