Δεν ήθελε και πολύ. Αφορμή έψαχνε! Αφορμή για να σκύψει κάτω απ’ το κρεβάτι, να τραβήξει το μικρό και πράσινο αντικείμενο, να το τοποθετήσει προσεκτικά πάνω στο κρεβάτι και μ’ ευλάβεια ν’ αρχίσει να γεμίζει. Να το γεμίζει!

Πραγματικά δεν ήθελε πολύ. Έψαχνε αιτίες κι αφορμές παντού. Αιτίες κι αφορμές για να ξετρυπώσει το αγαπημένο της αντικείμενο μέσα απ΄ το σκοτάδι και σ΄ αυτό να εναποθέσει όλες της τις ελπίδες. Σ’ εκείνο το μικρό, πράσινο και τετράγωνο πραγματάκι στηριζόταν κάθε φορά που ένιωθε πως ο κόσμος της κατέρρεε ή όταν ένιωθε πως ο αέρας της λιγόστευε.

Δεν της ήταν εύκολο! Τα πόδια της ήθελαν να κολλήσουν στο έδαφος, αλλά η καρδιά της ταξίδευε. Δεν την ένοιαζαν οι ώρες κι οι αποστάσεις. Μόλις έπιανε τη λαβή, την πράσινη λαβή, ξεχνούσε τα πάντα και καθόταν στη θέση της. Όταν έκλειναν οι πόρτες πίσω της, έκλεινε και η καρδιά της.

Η βαλίτσα της. Η μικρή, πράσινη και τετράγωνη βαλίτσα της ήταν το μόνο πράγμα που χρειαζόταν. Κάθε βαλίτσα κι ένα καινούργιο ταξίδι. Κάθε ταξίδι και μια ιστορία που ήθελε ν’ αφήσει πίσω της.

Άνοιγε το υφασμάτινο καπάκι και τη χάζευε. Έτσι όπως ήταν άδεια. Άδεια όπως κι η ίδια λίγο πριν το γέμισμα. Σκεφτόταν τι θα έπαιρνε μαζι της την κάθε φορά. Άλλες φορές ήταν όνειρα. Άλλες ελπίδες. Άλλες πόνος. Άλλες αναμνήσεις κι άλλες δάκρυα. Εκείνες τις τελευταίες, όλο και κάτι ξεχνούσε να βάλει στη βαλίτσα. Ίσως ένα κομμάτι απ’ την καρδιά της. Ίσως ένα κομμάτι απ’ τη ψυχή. Ίσως ακόμα και την ίδια. Πάντα όμως κάτι ξεχνούσε…
Μόνο όμως στα δάκρυα.

Δεν την ένοιαζαν τα ρούχα ή τα παπούτσια. Αυτά τα έβρισκες παντού και παντού χωρούσαν. Την ένοιαζαν οι σκέψεις και τα συναισθήματά της. Αυτά ήταν τα βαριά. Αυτά που δε χωρούσαν πουθενά. Πόσο μάλλον μέσα της. Αυτά πακετάριζε κάθε φορά.

Στις απογοητεύσεις, τις ερωτήσεις που ποτέ δεν κατάφερε να ξεστομίσει.
Στις απώλειες, τα γιατί που δεν απαντήθηκαν ποτέ.
Στους τσακωμούς, τις ελπίδες πως όλα θα γίνουν όπως πριν.
Στα σκοτάδια της, τα κομμάτια της που έψαχναν απεγνωσμένα να βγουν στο φως.
Στα δύσκολα, το φόβο της αποτυχίας.
Στη χαρά, τα χαμόγελα που έλαμπαν.
Στα εύκολα, τις δυνάμεις της.

Όταν έχανε τον ίδιο της τον εαυτό πακετάριζε τα συγνώμη που χρωστούσε στην ίδια. Όταν έχανε εκείνους που αγαπούσε, τα λόγια που δεν κατάφερε ποτέ να πει από φόβο. Όταν σμπαραλιαζόταν η καρδιά της, έπαιρνε τις αδυναμίες της γιατί εκείνες έφταιγαν. Όταν έκλαιγε, καθετί σπασμένο. Κομμάτι, κομμάτι η συλλογή. Άλλα αιχμηρά κι άλλα μόνα. Γι’ αυτό πάντα κάτι ξεχνούσε. Επίτηδες ή όχι, κανείς δεν ξέρει…

Είναι η βαλίτσα της. Η ολόδικιά της βαλίτσα. Παραγεμισμένη με αναμνήσεις και φθαρμένα συναισθήματα. Σκισμένη στη δεξιά άκρη και με μια μικρή τρυπούλα στην αριστερή. Όπως ακριβώς κι η καρδιά της. Σκισμένη. Ή η ψυχή της… Με μικρές τρυπούλες. Ξέρεις, για να διαπερνά το φως όταν βουτάει στο σκοτάδι.

Η λαβή γερή όπως κι η ιδιοσυγκρασία της και τα ροδάκια κολλημένα καλά, όπως το μυαλό μες στο κεφάλι της. Χωρίς αυτά, η βαλίτσα θα έμενε στάσιμη κι η στασιμότητα την τρομάζει. Η κινητήριος δύναμη. Πράσινη όπως η πραότητα που τη διακατέχει και τετράγωνη για να συμβολίζει τη σταθερότητα της. Τίποτα δεν είναι τυχαίο για το κορίτσι με τη βαλίτσα.

Ακόμα κι οι προορισμοί της δεν είναι τυχαίοι. Άλλοτε ο προορισμός ήταν το σπίτι της κι άλλοτε το καταφύγιο της. Άλλοτε επιζητά την ασφάλεια κι άλλοτε την απομόνωση. Και σε κάθε προορισμό και διαφορετικό φορτίο. Στο σπίτι κουβαλά τα πάντα. Όλα εκείνα που θέλει να φυλάξει για πάντα σε κουτιά και στο καταφύγιό της, όλα εκείνα που θέλει να ξεφορτωθεί μια για πάντα.
Στην ασφάλεια καθετί καλό και στην απομόνωση, το βαρύ φορτίο.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο για το κορίτσι με τη βαλίτσα.
Θα τη βρεις παντού Όπου κι αν κοιτάξεις, εκείνη θα είναι εκεί! Για κοίταξε τον καθρέφτη σου.
Μπορεί να τη δεις κι εκεί…