Ήταν κάποτε ένα μικρό μολυβάκι που η θέση του ήταν σε ένα τραπέζι, δίπλα από ένα παλιό τετράδιο. Ο άνθρωπος το έπιανε στο χέρι του, το τοποθετούσε ανάμεσα στα δάχτυλά του και έγραφε. Το μολυβάκι έτρεχε πάνω στο χαρτί και προσπαθούσε συνεχώς να μη λερώνει και να βοηθάει ώστε τα γράμματα να βγαίνουν ευανάγνωστα.

Του άρεσε αυτό που έκανε. Του άρεσε να τρέχει, να κάνει στροφές και να χορεύει πάνω στο χαρτί. Και μετά να βλέπει τις λεξούλες που σχημάτισε με τη βοήθεια του ιδιοκτήτη του και να νιώθει περήφανο για τον εαυτό του. Ήταν μέρες που έγραφε για ώρες ολόκληρες. Μετά η μύτη του χανόταν, ο άνθρωπός του το έξυνε και μετά πάλι από την αρχή. Με προσοχή, το μολυβάκι έκανε τη δουλειά του και προσπαθούσε να την κάνει όλο και καλύτερη. Γράμμα με το γράμμα, λέξη με τη λέξη.

Έτσι πέρασε η ζωή αυτού του μολυβιού. Τώρα πια ήταν πολύ μικρό και γέρικο (βλέπετε, τα μολύβια δεν είναι όπως οι άνθρωποι. Όσο μεγαλώνουν ηλικιακά, τόσο μικραίνουν) και ο άνθρωπός του δεν μπορούσε πια να το χρησιμοποιήσει. Δεν το πείραζε όμως. Μαζί είχαν καταφέρει να τελειώσουν το τετράδιο, είχαν γράψει μέχρι και την τελευταία τελεία μαζί. Το μολυβάκι αυτό ήξερε πώς αρχίζει και πώς τελειώνει η ιστορία αυτή. Είχε δει το αφεντικό του ορεξάτο να την ξεκινάει, τον είχε δει εκνευρισμένο να τα πετάει όλα κάτω και να τα παρατάει και τελικά να ξαναβρίσκει το κέφι του και να ξαναγράφει. Μαζί το έκαναν. Τον είχε κάνει περήφανο! Και αυτό ήταν το μόνο που ήθελε.

Αυτός όμως δεν το έβλεπε. Δεν τον ένοιαζε το μολυβάκι. Παρόλο που αυτό κουραζόταν καθημερινά με το τρέξιμο πάνω στις σελίδες και προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορούσε. Εκείνος μόνο το τετράδιο αγαπούσε. Το ξεσκόνιζε, το καθάριζε, το ξεφύλλιζε και του μιλούσε. Αλλά δεν έδινε σημασία στο μολυβάκι. Καμιά φορά το έσπρωχνε και αυτό κυλούσε μέχρι την άκρη του τραπεζιού, προσπαθούσε να μείνει πάνω αλλά έπεφτε και χανόταν κάτω από τα έπιπλα στο σκοτάδι και τη σκόνη. Το καημένο έμενε εκεί μέρες ολόκληρες και φοβόταν. Η σκόνη το κάλυπτε και δεν μπορούσε πια να δει. Τυχαία, ο άνθρωπός του το έβρισκε και το ανέβαζε πάλι πάνω στο φως. Τον ευχαριστούσε σιωπηλά και περίμενε πότε θα το ξαναπιάσει στο χέρι του και θα ξαναγράψουν μαζί. Αλλά τώρα είχε ένα άλλο μολυβάκι, ένα μεγαλύτερο. Καθόταν στο χέρι του και γράφανε μαζί ενώ του έριχνε υποτιμητικά βλέμματα.
«Τι άχρηστο που είσαι! Κανείς δεν σε χρησιμοποιεί πια. Τώρα όλοι γράφουν μαζί μου”, του έλεγε.
Δεν άντεξε άλλο το μολυβάκι. Μάζεψε όλο του το κουράγιο και τσούλησε. Εκείνη τη φορά, όμως, δεν ήθελε να πέσει κάτω. Ήθελε να πέσει σε ένα καλαθάκι γεμάτο χαρτιά. Ήξερε πως κάποιος θα τους πάρει και θα τους βγάλει έξω από το σπίτι. Παρόλο που φοβόταν, δεν είχε πια θέση στο γραφείο. Θα έφευγε και θα πήγαινε στο άγνωστο, μακριά από τον άνθρωπό του.

Ούτε από εκεί έφυγε. Έμεινε μέρες με τα υπόλοιπα πράγματα αλλά κανείς δεν τους έδωσε σημασία. Και είχε αρχίσει να απελπίζεται. Μέχρι που είδε ένα μικρό χεράκι να το τραβάει έξω. Το πήρε σε ένα δωμάτιο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Είχε ροζ τοίχους και ήταν γεμάτο παιχνίδια. Και τότε πρόσεξε ποιος ήταν, ήταν το μικρό κοριτσάκι του αφεντικού του. Χωρούσε τέλεια στο μικρό χεράκι της. Το κοριτσάκι το ακούμπησε διστακτικά πάνω στο χαρτί του.
Ναι! Θα ξαναγράψω!, σκέφτηκε το μολυβάκι.
Και άρχισε πάλι να κινείται. Δεν ήταν όπως με τον άλλον, το χέρι του κοριτσιού έτρεμε. Και μόλις τελείωσαν, το πήρε μαζί με το χαρτί και άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι.
«Μπαμπά, μπαμπά! Κοίτα, κατάφερα να γράψω το όνομά μου!”, φώναζε χαρούμενο. Το κοριτσάκι σήκωσε το μολυβάκι στο ύψος των ματιών της και ψιθύρισε «Είσαι το καλύτερο μολυβάκι. Και θα σε κρατήσω!”.
Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Το μολυβάκι τώρα βρίσκεται σε ένα ράφι σε ένα άλλο σπίτι. Και συχνά πυκνά ακούει αυτόν τον διάλογο:
– Γιατί έχεις ένα μολύβι μαζί με τα ενθύμιά σου;
– Με αυτό έμαθα να γράφω.

Τώρα πια δεν το χρησιμοποιεί το κοριτσάκι. Έχει μεγαλώσει. Αλλά πια δεν στεναχωριέται γιατί ξέρει πως είναι ασφαλές στο ράφι. Και επιτέλους, κάποιος αναγνωρίζει την προσπάθειά του.

 

Μαρία Σίδερη