Από τον καπτά Δημητρό της νιότης του, ο αδυσώπητος χρόνος δεν είχε λυπηθεί τίποτα. Οι φαρδιές του πλάτες κύρτωσαν από τα βάρη της ζωής, τα δυνατά χέρια άρχισαν σιγά, σιγά να τρέμουν σαν να φοβούνται κάτι αόρατο, τα μυώδη ποδάρια του σαν αρχαίου κούρου λύγιζαν σε κάθε δεύτερο βήμα. Έμειναν μόνο οι «μουστάκες», πολύ αραιωμένες και άσπρες πια που μαρτυρούσαν το ένδοξο παρελθόν του κουρασμένου γεράκου. Αυτές οι «μουστάκες», χαρακτηριστικό ανδρικής γοητείας των αρχών του 1900 που γοήτευσαν την όμορφη κι εύθραυστη Ξανθή του και γεννήθηκε ο μεγάλος τους έρωτας κι η ξεχωριστή τους αγάπη.
Ούτε καν το καπτά σαν τίτλος πριν από το όνομα του δεν ίσχυε. Όταν η ισπανική γρίπη τους στέρησε τον μεγάλο τους γιο, παλικαράκι ζηλευτό στα δεκαεννιά, κλονίστηκαν τα νεύρα της Ξανθής και τον ήθελε δίπλα της.

«Δεν θέλω να ξαναμπαρκάρεις» του είπε.

Κι επειδή οι στεριανές εργασίες δεν είχαν τόσα χρήματα όσα η θάλασσα, όσο κι αν έπεσε με τα μούτρα στην δουλειά, ζούσαν πολύ λιτά και φτωχικά.
Έφτιαξε με τα χέρια του ένα πέτρινο ντάμι στο μικρό νησάκι απέναντι απ’ ένα γραφικό ψαροχώρι της Εύβοιας και πηγαινοερχόταν κάθε πρωί κι απόγευμα με το βαρκάκι του τον «Νικολή» για να ψάλλει στην εκκλησιά.
Γιατί κι αν τα βάσανα κι οι δυσκολίες της ζωής τον είχαν αφήσει καμπουριασμένο και παραπονεμένο, μ ένα πικραμένο υγρό βλέμμα, ο χρόνος δεν του στέρησε τη θεία στεντόρεια φωνή του. Η φωνή του ήταν απόκοσμη και συγκινούσε μέχρι δακρύων το εκκλησίασμα του ναού, σε σημείο να έρχονται κι από διπλανά χωριά να τον ακούσουν και να αγαλλιάσουν με την δύναμη αλλά και την γλυκύτητα με την οποία υμνούσε τον Θεό. Η φωνή του απάλυνε τον πόνο και την στενοχώρια, έδινε κουράγιο κι ελπίδα σ αυτούς που περίμεναν τους ξενιτεμένους τους και πρόσφερε καταφύγιο και απάγκιο σ όσους είχαν χτυπηθεί από τη μοίρα. Η φωνή του ήταν δώρο Θεού και του το ξεπλήρωνε υμνώντας τον και παρακαλώντας για την σωτηρία του κόσμου και μια στάλα πιο πολύ για τους θαλασσινούς.

Το φως των ματιών του κι ο λόγος που ο Ήλιος ανέτειλε κάθε μέρα για τον καπτά Δημητρό και την κυρά Ξανθή ήταν ο δεύτερος γιος του ο Νικολής. Κάθε βράδυ, μέσα στο ντάμι τους κάτω από το λαδοφάναρο, με την πατατούκα του ριγμένη στους ώμους διάβαζε την παράκληση της Παναγίας και προσευχόταν, εκείνος και η κυρά του να γαληνεύει τις θάλασσες και να τους τον φέρει πάλι γερό στην αγκαλιά τους. Με τα κιτρινισμένα από τον ταμπάκο ροζιασμένα του δάχτυλα γύριζε τα πολυκαιρισμένα φύλλα στο βιβλιαράκι κι έψαλλε με την υπέροχη φωνή του. Κάθε απόγευμα, το γέρικο ζευγάρι στο αδύναμο φως έμοιαζαν μορφές βγαλμένες από μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη.

Όταν το «Νικηφόρος» το πλοίο που ταξίδευε ο Νικολής τους κόπηκε στα δυο και βούλιαξε αύτανδρο, ο καπτά Δημητρός το ξέρε καιρό πριν. Το χε δει όνειρο το μαύρο καράβι που βγήκε στην στεριά – κακός οιωνός για τους ναυτικούς- και μάλιστα θυμόταν καθαρά και τα σοκάκια του χωριού από τα οποία πέρασε και τα σπίτια έξω από τα οποία άραξε, τα σπίτια που σημάδεψε με μια σκληρή μοίρα, τις οικογένειες που σφράγισε μ έναν ανείπωτο πόνο. Και να μην το ήξερε όμως, εκείνο το πρωινό ερχόταν ένα τέτοιο βουητό από το ψαροχώρι, που συνεχώς μεγάλωνε κι δυνάμωνε τόσο πολύ που έμοιαζε με μπουμπουνητό, και τάραξε τη γη κι ανατάραξε τη θάλασσα. Οι οικογένειες που είχαν δικούς τους ανθρώπους στο ναυάγιο θρηνούσαν κι ο θρήνος τόσων ανθρώπων έγινε φαινόμενο φυσικό, ξεχύθηκε και σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα του.

Ο καπτα Δημητρός έδεσε το βαρκάκι του και κοίταξε ψηλά τον ουρανό. Πως να της το πει; Πως θα το άντεχε η κυρά του; Πως να ξεστομίσει τέτοιο μαντάτο; Μπήκε μέσα στο σπίτι κι εκείνη τον κοίταξε με μάτια υγρά, χωρίς να αρθρώσει λέξη, ανήσυχη, ταραγμένη γιατί κάτι ψυχανεμιζόταν, πικραμένη και χτυπημένη κι η ίδια από τη μοίρα, ένιωσε τον ανθρώπινο πόνο γύρω της. Όπως όλοι οι άνθρωποι που πικράθηκαν βαθιά, νιώθουν τη συμφορά του άλλου, κι ας είναι κοντά, μακριά, κι ας είναι γνωστός ή ξένος ο πόνος δεν έχει σύνορα ούτε όρια. Όλοι γίνονται αδέλφια, όλοι γίνονται ίσοι, όλοι γίνονται ένας και σφίγγουν τα χέρια και στηρίζουν και παρηγορούν και αγκαλιάζονται να περάσουν το αβάσταχτο! Κάθε αυγή, κάθε μέρα, κάθε νύχτα ένας σκληρός αγώνας να σηκωθείς, να κάνεις τα καθημερινά σου, να κάνεις ότι ζεις για να πας τη ζωή παρακάτω, να μην δείξεις ότι νικήθηκες κι αν είσαι τυχερός και ευλογημένος να ξαναχαμογελάσεις πάλι κάποια στιγμή. Αυτή είναι η νίκη και το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπου μπροστά στη συμφορά.

Όμως, για τον καπετάνιο και τη κυρά του, ο χαμός του Νικολή ήταν το τέρμα μιας αβάσταχτης ζωής. Ο καπετάνιος την πλησίασε, την φίλησε στα μάτια, την αγκάλιασε πολύ σφιχτά, και την κοίταξε σαν να ζητούσε την συγκατάθεση της για κάτι σοβαρό. Εκείνη του έγνεψε με το βλέμμα » ναι», χώθηκε στην αγκαλιά του κι έπνιξε ένα λυγμό. Κι ύστερα ο καπετάνιος κοίταξε ψηλά, στον ουρανό γι άλλη μια φορά και μ ’εκείνη τη στεντόρεια παντοδύναμη φωνή του, έβγαλε μια κραυγή τόσο σπαρακτική, τόσο συγκλονιστική που μετουσιώθηκε σ όλες τις πληγές τις ασήκωτες του κόσμου.

«Θεέ μου, γιατί; «

Η γη άρχισε να τρέμει σαν σε τεράστιο σεισμό, κι ένα βαθύ ρήγμα άρχισε να σχηματίζεται κάτω από τα πόδια τους μέσα σ έναν τρομερό, εκκωφαντικό θόρυβο. Οι τοίχοι της πέτρινης καλύβας γέμισαν ρωγμές, τα ξύλα στο ταβάνι άρχισαν να σπάνε και πέτρες να πέφτουν ολόγυρα γκρεμίζοντας το πέτρινο ντάμι, μετατρέποντας το μέσα σε λίγα λεπτά σε ένα σωρό από συντρίμμια. Τους βρήκαν αγκαλιασμένους μέσα σένα σωρό από πέτρες με μια απέραντη γαλήνη στα πρόσωπά τους, όταν η γη σταμάτησε να σείεται.

Ακόμα και σήμερα, χρόνια μετά οι ντόπιοι λένε πως όταν ερωτευμένα ζευγάρια πηγαίνουν τη νύχτα στο νησάκι ακούνε τον καπτά Δημητρό να ψάλλει με την θεσπέσια, θεϊκή του φωνή ουράνιες μελωδίες.

Dam= τουρκική λέξη, χαμόσπιτο, καλύβι.