Ο ήλιος έδυε και οι φωνές των έφηβων αγοριών που έτρεχαν στο γήπεδο έσπαγαν την ανοιξιάτικη σιγαλιά. Οι γονείς κάθονταν στις μικρές, αυτοσχέδιες κερκίδες και παρακολουθούσαν τα παιδιά τους να παίζουν ποδόσφαιρο. Τα άκουγαν και καταλάβαιναν πόσο ευτυχισμένα είναι με αυτό.

Η Σταματίνα ήταν η πιο ήσυχη ανάμεσα στους φιλάθλους-γονείς. Δεν ήταν του ποδοσφαίρου, αλλά υποστήριζε τον Γιάννη. Τον έβλεπε που κυνηγούσε τους αντιπάλους ή την μπάλα, που έδινε πάσες και έβγαζε σέντρες. Έβλεπε το πάθος του. Μια μέρα θα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, σκεφτόταν κάπου-κάπου.

Κάποιες στιγμές ο Γιάννης γυρνούσε και την κοιτούσε. Εκείνη του χαμογελούσε, αλλά ο μικρός δεν ανταπέδιδε, όχι πάντα. Όμως, όταν το έκανε, όταν της έκλεινε το μάτι φευγαλέα, η Σταματίνα ξεχνούσε πολλά. Και το είχε ανάγκη αυτό. Ήταν σαν ελιξίριο ζωής για τη Σταματίνα.

Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος προς το τέλος. 3-3 και οι δύο ομάδες φαίνονταν να δυσκολεύονται
να βάλουν το νικητήριο γκολ. Η ομάδα του Γιάννη αμυνόταν. Εκείνος έπαιζε στο κέντρο, αλλά είχε αναγκαστεί να πάει κοντά στην περιοχή του τερματοφύλακά του. Η Σταματίνα ήξερε πως ο μικρός δεν ήθελε να παίζει άμυνα, όμως η ομάδα του τον χρειαζόταν εκεί. Και ο Γιάννης ήταν εκεί.

Ξαφνικά η Σταματίνα ένιωσε το δέρμα της να μυρμηγκιάζει και τις τρίχες της να ορθώνονται σαν να ηλεκτρίστηκαν. Ο αέρας σφύριξε στα αυτιά της, συγκαλύπτοντας τις φωνές και τα χαμόγελα.
«Όχι τώρα», ψιθύρισε. «Όχι τώρα».
Αλλά δεν εξαρτιόταν από εκείνη. Το σώμα της κλυδωνίστηκε πάνω στην κίτρινη σανίδα της κερκίδας. Σαν να την κάλυπτε ένα αόρατο πέπλο, άρχισε να ζεσταίνεται. Έσφιξε τις γροθιές της, τα άβαφα νύχια της κοκκίνισαν τις ιδρωμένες παλάμες της.
«Σε παρακαλώ…»

Ήταν αργά. Έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να φέρει εις πέρας το έργο που της είχε ανατεθεί. Ήταν πολύς ο καιρός και η πείνα είναι ένας από εκείνους τους λόγους που σε κάνουν ασυγκράτητο, συχνά αδυσώπητο.
Η Σταματίνα σηκώθηκε. Με το κεφάλι χαμηλωμένο στη σανίδα και στα μαύρα μποτάκια της, πέρασε ανάμεσα από τους γονείς, χωρίς να βγάλει μιλιά. Κατέβηκε τις σκάλες και έφτασε στην πόρτα. Δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της, παρά τις φωνές του Γιάννη, που την είχε δει να φεύγει.
Περπάτησε τα τριάντα μέτρα, αγνοώντας την ύπαρξη γύρω της. Τη φύση, το πράσινο δάσος και τα χωράφια. Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα των γονιών που είχαν έρθει από άλλη περιοχή της πόλης για να καμαρώσουν τα παιδιά τους. Ένιωθε το κεφάλι της πολύ βαρύ για να καταφέρει να το σηκώσει. Ήξερε, όμως, τι να περιμένει.

Η διαδρομή μέχρι το παλιό ποτάμι ήταν γνωστή στη Σταματίνα. Από όταν ήταν μικρό κορίτσι, ερχόταν εδώ, μαζί με άλλα παιδιά και γονείς και έπαιζαν. Όταν η στάθμη του νερού ήταν πάρα πολύ χαμηλή και το καλοκαίρι καυτό, έβρεχαν τα πόδια τους και τα χέρια τους, γέμιζαν νερόφουσκες και τις πετούσαν ο ένας στον άλλο. Και εδώ είχε δώσει και στην εφηβεία της το πρώτο φιλί με το τότε αγόρι της, τον Θέμη.

Σαν τον θυμήθηκε, δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Ο Θέμης ήταν ένα αγόρι με δασιά μαύρα μαλλιά. Έμοιαζε με τον ηθοποιό Πάνο Μιχαλόπουλο, ήταν ψηλός και ευθυτενής, με ένα χαμόγελο που θέριευε τη Σταματίνα. Ήταν ρομαντικός. Τα αγγίγματά του ήταν ακριβώς αυτά που χρειαζόταν εκείνη: κυλούσαν αργά στο σώμα, εξερευνώντας το, παίζοντας με τις πτυχές του.

Η Σταματίνα έφτασε στο ποτάμι. Το είχαν μπαζώσει εδώ και χρόνια και τώρα δεν υπήρχε κάτι για να θυμίζει τα πετραδάκια και το κρύο νερό. Το λευκό τσιμέντο έμοιαζε με τεράστιο μύκητα, που, αντί να συμπληρώνει το δέντρο του, είχε επικρατήσει επ’ αυτού. Οι δύο μάντρες, ανάμεσα στις οποίες έρεε κάποτε το ποτάμι, είχαν ξεφτίσει. Είχαν γεμίσει με θάμνους. Όταν η Σταματίνα ήταν δεκαπέντε χρονών, το 1988, υπήρχε ψιλό γρασίδι. Και εδώ ήταν που για πρώτη φορά είχε κάνει έρωτα με τον Θέμη. Ήρθαν ξανά και ξανά, βράδια κυρίως, όπου το έσκαγαν από τα σπίτια τους, με μερικά σεντόνια και μπίρες.

Αν και ακόμα ζεσταινόταν, η Σταματίνα έτριψε τα χέρια και τα μπράτσα της. Η ανάσα της έβγαινε σε συννεφιασμένους άηχους στεναγμούς. Σκούπισε με το μανίκι τη μύτη της.
Όταν ένα πρωινό του ’94 άκουσε τον πατέρα της να λέει ότι θα καλύψουν το ποτάμι με μπετόν, ούρλιαξε. Καταράστηκε. Δεν έπρεπε να γίνει αυτό. Ζήτησε από τους δικούς της να κάνουν κάτι, να πιέσουν τους αρμόδιους. Το ποτάμι έπρεπε να μείνει όπως ήταν. Δεν έπρεπε να ξεχαστεί. Γιατί έτσι θα λησμονιόταν και ο Θέμης. Ο πρώτος που πέθανε στο ποτάμι.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, Σταματίνα», της είχε πει η μαμά. «Λυπάμαι».
«Όχι, όχι, πρέπει!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Το ποτάμι πρέπει να μείνει ως…» Και τότε ήταν που έπαθε την πρώτη κρίση επιληψίας. Έπεσε στο πάτωμα, τρεμάμενη, χωρίς να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει.

Μπόρεσε να ηρεμήσει σε σημαντικό βαθμό -οι επιληψίες μειώθηκαν αισθητά-, όταν βγήκε από το νοσοκομείο. Αργότερα, τον επόμενο χρόνο, πήγε σε μια ιδιωτική σχολή και ξέχασε το θέμα. Παντρεύτηκε τον συμφοιτητή της στο τελευταίο έτος, τον Μιχάλη. Μετά ήρθε και ο Γιάννης.

Τελικά επέστρεψε στην πόλη της με την οικογένειά της. Ούτε μισή μέρα δεν είχε, και η στοιχειωμένη αύρα την άρπαξε με τη θέρμη της. Δεν το είπε στον Μιχάλη, δεν ήθελε να χάσει και αυτόν –για τον Γιάννη, ούτε λόγος. Για περίπου τέσσερα χρόνια, συγκρατούσε την πίεση, παίρνοντας φάρμακα και μένοντας στο σπίτι, για τον Γιάννη.
Αλλά ήξερε πως κάποτε θα ενέπιπτε.

Η Σταματίνα έσκυψε στην άκρη του μαντρότοιχου. Τώρα πλέον το σκοτάδι είχε απλωθεί αισθητά, όμως εκείνη έβλεπε.

Θυμήθηκε πώς είχε βρει τον Θέμη. Είχαν ραντεβού ένα κρύο βράδυ Σαββάτου. Η εικοσάχρονη Σταματίνα, ντυμένη με ένα καινούργιο φόρεμα, σχεδόν έτρεξε προς το ποτάμι. Δεν είδε τον Θέμη να κάθεται στο σεντόνι που είχε απλώσει. Τον αναζήτησε, έχοντας τη νοσηρή φαντασίωση ότι θα την τρομάξει –κάτι που ήξεραν και οι δύο πόσο της άρεσε.

Σε κάποια φάση, αντιλήφθηκε έναν παράξενο επαναλαμβανόμενο ήχο. Σηκώθηκε και κοίταξε προς το ποτάμι. Και ούρλιαξε. Ο Θέμης ήταν πεσμένος εκεί, ακίνητος. Η Σταματίνα βρήκε το φακό που κουβαλούσε στην τσάντα της και φώτισε. Το νερό είχε γίνει άλικο, τόσο πορφυρό που θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι νερό, αλλά το αίμα ενός γίγαντα.

Ο γιατρός που εξέτασε το πτώμα είπε πως θάνατος του Θέμη οφειλόταν πιθανότατα σε καρδιακό επεισόδιο, που προκλήθηκε από πλήρη αφαίμαξη.
Το ποτάμι φταίει, ήταν η πρώτη της σκέψη.
Κατοπινά επεισόδια, με άλλους θανάτους, της το επιβεβαίωσαν. Το ποτάμι ήθελε αίμα.
Δεν το είπε σε κανέναν. Ποιος θα την πίστευε;

Τώρα η Σταματίνα άκουσε το χτύπο κάτω από το τσιμεντένιο στρώμα. Όχι, δεν ήταν μόνο ένας χτύπος. Ήταν πολλοί. Επαναλαμβανόμενοι. Κάτι υγρό και θυμωμένο, κάτι που πεινούσε πολύ.
Το ποτάμι και οι νεκροί του. Ήθελαν να απελευθερωθούν από τη φυλακή τους. Ήθελαν αίμα.
Και η Σταματίνα θα πραγματοποιούσε την επιθυμία τους. Γιατί κάπου εκεί κάτω ήταν και ο Θέμης.

Πήδησε στο τσιμέντο. Παρά τις δυνατές σόλες, αισθάνθηκε την κίνηση από κάτω. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε το τρυπάνι χειρός. Έσκυψε, μαζεύοντας τα μαλλιά της. Έβαλε το καρφί στην επιφάνεια και τρύπησε.

Μια τρύπα σχηματίστηκε, μικρή, στην αρχή, αδιάφορη στο μάτι. Αλλά με απανωτούς κρότους, η ζημιά επεκτάθηκε.
Η Σταματίνα δεν πρόλαβε να βγάλει το τρυπάνι και όλο το τσιμέντο διαλύθηκε. Το παντελόνι της υγράνθηκε και τα χέρια της το ίδιο. Ένιωσε αμυχές να σχηματίζονται στις παλάμες της.

Είδε το νερό να γίνεται άλικο ξανά και άκουσε τις φωνές να πίνουν.