Ο Γιώργος ξύπνησε από το μεσημεριανό του ύπνο. 10 Σεπτεμβρίου σήμερα, η τελευταία ημέρα των καλοκαιρινών του διακοπών. Μισοκοιμισμένος ακόμα, άκουσε τη μαμά να ανοίγει την πόρτα του δωματίου του. Κρατούσε ένα πιάτο με κέικ πορτοκάλι, το οποίο άφησε προσεκτικά πάνω στο γραφείο του.

-Είναι ώρα να ξυπνήσεις, αστεράκι μου. Φάε σιγά σιγά το κέικ σου. Α, και το βράδυ θα έρθει ο μπαμπάς για να συζητήσουμε όλοι μαζί κάτι πολύ σημαντικό, είπε η μαμά του και έκλεισε απαλά την πόρτα.

Ο Γιώργος θα πήγαινε φέτος στην Έκτη Δημοτικού. Ήταν κανονικός στο ανάστημα για την ηλικία του, καστανός, με πράσινα μάτια και αρκετά γεματούλης. Πώς να μην είναι γεματούλης άλλωστε, αφού η μαμά του έφτιαχνε τα πιο νόστιμα γλυκά και φαγητά; Αν και οι γονείς του είχαν χωρίσει εδώ και πέντε περίπου χρόνια, είχαν φροντίσει το διαζύγιο να τον επηρεάσει όσο το δυνατόν λιγότερο. Ο μπαμπάς έμενε σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και πήγαιναν με τον Γιώργο τις πιο ωραίες βόλτες. Η μαμά δεν του έλεγε ποτέ κάτι άσχημο για τον μπαμπά, ούτε και ο μπαμπάς για τη μαμά. Όταν συναντιόντουσαν ήταν πολύ ευγενικοί μεταξύ τους, ενώ συχνά μιλούσαν και στο τηλέφωνο. Η μαμά του δούλευε από το σπίτι ως μεταφράστρια. Όταν ήταν πιο μικρός, ερχόταν και τον έπαιρνε από το σχολείο και επιστρέφοντας, έκαναν μαζί μια μεγάλη βόλτα στο πάρκο της γειτονιάς. Τώρα όμως οι επαγγελματικές υποχρεώσεις της είχαν αυξηθεί, ο Γιώργος είχε πια μεγαλώσει, κι έτσι συμφώνησαν να επιστρέφει στο σπίτι του μόνος του.

Ο Γιώργος θα μπορούσε να ήταν ένα πολύ ευτυχισμένο παιδί. Έμενε σε ένα όμορφο διαμέρισμα και είχε γονείς που τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν. Όμως στην πραγματικότητα, ο Γιώργος ήθελε να πεθάνει. Το σημερινό βράδυ θα ήταν το τελευταίο του. Αύριο το πρωί, την ημέρα που θα άνοιγαν τα σχολεία για τους μαθητές, θα έβγαινε στο μπαλκόνι, θα σκαρφάλωνε πάνω στα κάγκελα και θα έπεφτε στο κενό… Όχι, για τον Γιώργο το σχολείο δεν έπρεπε να άνοιξε ποτέ.

Από την πρώτη τάξη υπήρχαν στο τμήμα του κάποια αγόρια που δεν τον πολυσυμπαθούσαν. Επειδή ήταν λίγο δυσκίνητος, άρχισαν σιγά σιγά να τον αποκλείουν από τα παιχνίδια τους: ποδόσφαιρο, μπάσκετ, κυνηγητό.
– Άντε ρε άμπαλε … κουνήσου επιτέλους! Τρία γκολ φάγαμε εξαιτίας σου!
– Όχι κυρία, δεν θέλουμε τον Γιώργο στην ομάδα μας! Θα χάσουμε σίγουρα!

Ο Γιώργος έμαθε να κάνει στην άκρη. Ποτέ δεν διεκδίκησε τη συμμετοχή του στην ομάδα. Στα διαλείμματα καθόταν σε ένα πεζουλάκι στην άκρη της αυλής και τρώγοντας το κολατσιό του, παρατηρούσε τα παιδιά που έπαιζαν. Κάποιες φορές έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν ότι ήταν σε ένα άλλο σχολείο. Εκεί είχε φίλους που τον αποδέχονταν και έπαιζαν όλοι μαζί χαρούμενοι στα διαλείμματα.

Η περσινή χρονιά ξεκίνησε πολύ άσχημα για το Γιώργο. Αιτία; Μία ζακέτα, που είχε πλέξει για εκείνον η γιαγιά του. Ο Γιώργος τη φόρεσε στο σχολείο και ο Κώστας, ο αρχηγός της τάξης θεώρησε έξυπνο να πει ότι ο Γιώργος φορούσε γυναικεία ζακέτα. Έτσι το bullying πέρασε σε άλλη διάσταση. Γυναικεία ονόματα, χυδαίες εκφράσεις, συνεχής υποτίμηση, και όλα αυτά κρυφά, ύπουλα, συντονισμένα. Αυτός που υποκινούσε όλη την κατάσταση ήταν ο Κώστας, ο αρχηγός της τάξης, ο οποίος, παρά τα έντεκά του χρόνια, είχε καταφέρει να ελέγχει και να χειρίζεται τη συμπεριφορά των συμμαθητών του. Ένα παιδί εκπαιδευτικών, μεγαλωμένο χωρίς όρια, με ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε ακατάλληλο για την ηλικία του υλικό. Ο διευθυντής και η δασκάλα της τάξης τον αντιμετώπιζαν σαν μία μικρή ιδιοφυΐα και τον άφηναν λίγο ως πολύ να κάνει ότι ήθελε.

Πολλές φορές ο Γιώργος σκέφτηκε να μιλήσει στη δασκάλα του. Εκείνη όμως του έλεγε συνέχεια να κάνει παρέα με τα άλλα αγόρια και να μην είναι τόσο ήσυχος: «Κάνε και λίγη φασαρία βρε Γιωργάκη! Μοιάζεις σαν να μην υπάρχεις! Γιατί είσαι τόσο δειλός;». Μετά σκέφτηκε να μιλήσει στον Διευθυντή, παρόλο που τον φοβόταν, μιας και έμοιαζε με γορίλα. Ναι, ίδιος ο Κινγκ Κονγκ ήτανε, έτσι όπως τον είχανε δει τα Χριστούγεννα στο σινεμά με τον μπαμπά! Όμως εκείνος, μόλις είδε τον Γιώργο στο γραφείο του, άρχισε να ωρύεται: «Βγες έξω ρε … μας έχετε ζαλίσει τα ούμπαλα! Τρεις δάσκαλοι είναι έξω εφημερία, τράβα εκεί να πεις τι θέλεις!». Ο Γιώργος έφυγε κατατρομαγμένος και εγκατέλειψε κάθε ιδέα να ενημερώσει τη διεύθυνση του σχολείου για τα προβλήματά του. Προσπάθησε τότε να μιλήσει στους γονείς του, πρώτα στη μαμά και μετά στον μπαμπά:
– Σε χτυπάνε αυτά τα αγόρια;
– Όχι μαμά, αλλά με κοροϊδεύουνε συνέχεια.
– Καλά, κι εμένα με κοροϊδεύαν στο σχολείο, επειδή ήμουν χοντρούλα. Μην δίνεις σημασία.
– Α, μη δίνεις σημασία στα βλαμμένα,
του είπε ο μπαμπάς σε μια άλλη φάση. Κι εμένα, κάποιοι συμμαθητές μου φυτό με ανεβάζανε, φυτό με κατεβάζανε. Και λοιπόν; Έπαθα τίποτα; Μια χαρά πέτυχα στη ζωή μου.
– Μα λένε ότι είμαι γκέι και φοράω γυναικεία ρούχα. Και μου λένε και πολλές κακές λέξεις, από αυτές που μου έχετε πει ότι δεν κάνει να λέω.

Τότε οι γονείς του αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν. Έτσι την άλλη μέρα, ο μπαμπάς πήρε άδεια από τη δουλειά του και πήγαν και οι τρεις μαζί στο σχολείο. Ο Διευθυντής, φώναξε τον Κώστα, και μετά από ένα μακροσκελές κήρυγμα για το σεβασμό, τη διαφορετικότητα και το δημοκρατικό σχολείο, ζήτησε από τα δύο αγόρια να δώσουν τα χέρια και να γίνουν φίλοι. «Σε αυτές τις ηλικίες οι διαφορές λύνονται πολύ εύκολα», είπε στους γονείς όταν έφυγαν τα παιδιά. «Στο σχολείο μας κυριαρχεί ο αλληλοσεβασμός μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών, και νομίζω ότι έγινε εμφανές στην περίπτωση αυτή».

Έπειτα από το γεγονός αυτό, ο Κώστας και οι υπόλοιποι τον άφησαν ήσυχο. Μια ημέρα όμως πριν κλείσουν τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές, ο Κώστας τον πλησίασε και του έδειξε ένα βίντεο που είχε κατεβάσει στο κινητό του. «Τα ίδια θα σου κάνουμε κι εμείς στις τουαλέτες του σχολείου, παλιοκαρφάρα! Του χρόνου, από την πρώτη μέρα του σχολείου. Α, θα σε τραβήξουμε και βίντεο και θα σε ανεβάσουμε στο γκρουπ που έχουμε φτιάξει. Άντε και γαμήσου, μωρή αδερφάρα», είπε σχεδόν από μέσα του, σπρώχνοντας το Γιώργο προς τον τοίχο.

…………………………………………………………………………………………………………………………………..

Το κέικ πορτοκάλι μύριζε πολύ όμορφα. Έκοψε λίγο με το χέρι του και δοκίμασε. Οι τελευταίες του στιγμές. Πόσο λυπόταν…

Ακούει το κουδούνι και ύστερα τη φωνή του μπαμπά. Η μαμά τον φωνάζει να έρθει στο σαλόνι να φάνε όλοι μαζί πίτσα. «Γιωργάκο μου, εγώ και ο μπαμπάς αποφασίσουμε να μείνουμε ξανά όλοι μαζί! Μόνο που θα πρέπει να μετακομίσουμε κάπου μακριά από εδώ. Σε πειράζει που από αύριο θα πας σε άλλο σχολείο;».