Ανάθεμα σε. Ανάθεμα σε. Που πεθαίνεις και πεθαίνω μαζί σου κάθε μέρα. Ανάθεμα σε. Ανάθεμα τα νιάτα σου που ‘πνιξες στο αλκοόλ και μαζί τους έπνιξες και τα δικά μου. Ανάθεμα στα όνειρα που κάναμε. Ανάθεμα σε.

Ήσουν η ψυχή της παρέας. Να κάνεις πλάκες, να μιλάς με όλους, να φλερτάρεις, να γλεντάς. Η χαρά της ζωής. Ο πιο όμορφος. Με μάτια που άστραφταν. Νόμιζα. Και χαιρόμουν.
Μα, δεν άστραφταν, αλήθεια. Γυάλιζαν. Έχει διαφορά. Δεν ήξερα τότε. Έμαθα. Μετά.

Κανείς δεν έπινε στην οικογένεια μου. Κανείς δεν έπινε ΠΟΛΥ. Ούτε κανένας από τους φίλους και γνωστούς μου. Κι αν καμιά φορά στην παρέα, κάποιος το έτσουζε, τον κουβαλούσαν οι υπόλοιποι στο σπίτι και το θυμόμασταν μετά και του κάναμε πλάκα. Γιατί ήταν αστείο. Και σχεδόν σπάνια επαναλαμβανόταν.

Εσύ ήσουν αλλιώς. Μεγάλος γλεντζές έλεγαν όλοι. Τόσο πρόσχαρος. Κοινωνικός. Με είχες προσεγγίσει με τόση άνεση. Και μάτια που άστραφταν. Νόμιζα. Τότε.

Θυμάμαι όλα τα βράδια που με γυρνούσες σπίτι με το αυτοκίνητο σου. Θεέ μου πόσο μας αγαπούσες. Θεέ μου πόσο μας είχες φυλάξει. Δεν είχαμε σκοτωθεί. Δεν σου έχουν κάνει ποτέ αλκοτέστ. Είχες φλασκί μέσα στο αμάξι. Καμιά φορά, βγαίνοντας από το μαγαζί που διασκεδάζαμε έπαιρνες και το ποτήρι με το ουίσκι σου κρυφά. Και έπινες όπως οδηγούσες. Σου έλεγα “μα, τι κάνεις!” και γελούσες, έλεγες ‘δεν έχω ανάγκη’. Και γω δεν ήξερα. Δεν ήξερα.

Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως δεν έχω καμιά δικαιολογία. Έβλεπα. Καταλάβαινα. Μα σε αγαπούσα τόσο πολύ. Και ήμουν μικρή, δεν είχα εμπειρία στο πιώμα. Δεν ήξερα! Μα, έπρεπε να φανταστώ.

Έμεινα έγκυος. Στο λιώμα σου επάνω δεν έβαλες προφυλακτικό. Ήμουν μικρή. (Και κάποια στιγμή θα σταματήσω να με δικαιολογώ και θα δω και την δική μου αλήθεια κατάματα. Ήμουν επιπόλαιη!). Χάρηκες. Είπες “Γουστάρω, τρελαίνομαι για πιτσιρίκια! Θα παντρευτούμε!” Και τα μάτια σου γυάλιζαν.

“Θα σταματήσει να πίνει!” είπα στη μάνα μου και τον πατέρα μου που κατέβασαν μούτρα όταν τους είπα πως θα παντρευτούμε, μα τους είχα φέρει προ τετελεσμένου. “Θα σταματήσει να πίνει!” υποσχόμουν, υπέγραφα ‘γραμμάτια’ αντί για σένα. Σε όλους. Γραμμάτια που θα έπρεπε να πληρώσω με ξενύχτια. Με δάκρυα. Με απελπισία.

Λένε πως ο μεθυσμένος βγάζει τον πραγματικό του εαυτό. Και ίσως ήμουν τυχερή που δεν ήσουν βίαιος. Ίσως το ότι μέσα σου, ήσουν καλό παιδί ήταν η ευχή και η κατάρα μου. Ίσως αν κακοποιούσες εμένα και το παιδί, να έφευγα νωρίτερα. Μα εσύ δεν μας χτυπούσες. Μόνο έκανες ανοησίες. Ήσουν αναξιόπιστος. Ήσουν ριψοκίνδυνος. Ήσουν ανεύθυνος. Και δυστυχισμένος. Όταν σταματούσες να είσαι πρόσχαρος και κοινωνικός, στο τέλος τέλος του πιώματος, ήσουν ένα μικρό δυστυχισμένο παιδί. Που ο πατέρας του το κρέμαγε ανάποδα στο δέντρο και το χτυπούσε με τη λωρίδα για να το σωφρονίσει, επειδή ‘έτσι έκαναν στα χωριά’. Που του έδινε να πιει τσίπουρο από 6 χρονών, για “να γίνει άντρας”. Σε μια κοινωνία μιας μικρής επαρχιακής πόλης που το 90% των ανδρών είναι αλκοολικοί. Τσίπουρα αντί για νερό. Όλη μέρα. Και ξύλο στις γυναίκες και τα παιδιά τους. Και σιωπή. Και συνενοχή. Και κάτω από αυτές τις συνθήκες, μάλλον ήσουν ήρωας. Που δεν χτύπησες ποτέ κανέναν. Μόνο έκλαιγες. Και ζητούσες συγνώμη για την αδυναμία σου να βγάλεις τη μέρα χωρίς να γυαλίζουν τα μάτια σου.

Ανάθεμα σε. Πόσο σ’ αγάπησα. Πόσες φορές προσπαθήσαμε μαζί. Πόσες υποσχέσεις που ποτέ δεν κράτησες. Πόσα ‘συγγνώμη’. Πόσοι εμετοί με αίμα. Πόσες φορές σε κουβάλησα σέρνοντας… Πόσα είδαν τα μάτια του παιδιού…

Μικρές αναλαμπές μόνο. Λίγων εβδομάδων, που προσπαθούσες να μείνεις ξεμέθυστος. Και έβλεπα έναν άλλο άνθρωπο. Μια θλιβερή καρικατούρα. Που έτρεμε. Αμήχανος κοινωνικά, καμία σχέση με τον εξωστρεφή άνθρωπο που συμπαθούσαν όλοι για το χαβαλέ του. Μα, αυτός ήσουν πραγματικά. Αυτή την εικόνα προσπαθούσες να πνίξεις στο αλκοόλ. Του αδύναμου. Του φοβισμένου. Μα σε σοκάριζε και σε τρόμαζε. Και την έκρυβες ξανά πίσω από ουίσκι, γιατί δεν άντεχες να ζεις στο πετσί σου μέσα, όταν δεν ήσουν μεθυσμένος.

Ανάθεμα σε. Που θα πεθάνεις νέος. Μας το είπαν οι γιατροί. Το συκώτι σου είναι τελειωμένο. Η ζωή σου είναι τελειωμένη. Δεν πιστεύω πια πως έχεις καμία ελπίδα. Μα δεν έφυγα γι’ αυτό. Δεν έφυγα γι’ αυτό.

Έφυγα για εκείνη τη μέρα, στα γενέθλια του παιδιού. Που το παιδί έβαλε το δαχτυλάκι του στο ποτήρι σου κι έγλειψε τη σταγόνα. Που εσύ γέλασες. Που είδα τα μάτια του παιδιού να γυαλίζουν.

Ανάθεμα σε. Θα πεθάνεις. Μόνος. Εγώ πήρα το παιδί και τρέχω μακριά. Και είσαι τόσο μεθυσμένος που δεν μπορείς να μας ακολουθήσεις. Έμεινες στη μέση του δρόμου και κλαις,

Ανάθεμα σε.

 

Ειρήνη