Το θυμάσαι, το καλοκαίρι εκείνο, 1920 ήταν, θαρρώ, που μου έκανες σινιάλο, για τελευταία φορά, αντανακλώντας το φως του ήλιου στο παράθυρό μου;

Γιατί, Αλέξανδρε, γιατί ήσουν μονάχα 14 χρονών; Αν με έκλεβες, τώρα θα ήταν ελαφρύτερο το χώμα επάνω μου. Δεν ξέρω αν ζεις ακόμη, μα θέλω να ξέρεις πως δεν παντρεύτηκα γιατί το θέλησα εγώ.

Ήμουν 13 ετών και η μάνα μου, χήρα 7 χρόνια, με έπιασε εκείνη την καταραμένη Τρίτη το πρωί και με έπλυνε στη σκάφη με καυτό νερό. Εκείνη τη μέρα μου έβγαλε την πέτσα να με τρίβει και να με χαστουκίζει για να σταματήσω να κλαίω. Μου έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της, μετά και μου τα χτένισε με μανία. Τα έδεσε σε έναν απίστευτα σφιχτό κότσο που τα μάτια μου δεν καλοέβλεπαν πια, ούτε εσένα, ούτε το μέλλον μου. Ύστερα, έκανε κάτι που δεν το περίμενα ποτέ, μου έβαλε από το κοκκινάδι της στα μάγουλα και τα χείλη. Μαύρο μολύβι στα μάτια και με ψέκασε με εκείνο το άρωμα που κλείδωνε στο συρτάρι της. Αυτό το άρωμα που έβαζε όταν ερχόταν εκείνος..

Κι εκείνος, ήρθε, μα το άρωμα το φορούσα εγώ.

Κρατούσε λουλούδια ο θείος Νώντας. Θείο τον φώναζα. Εκείνος ήταν 33 ετών, μπαινόβγαινε στο σπίτι μας τα τελευταία 3 χρόνια και καμιά φορά μου έφερνε φρούτα. Ήμουν καχεκτικό, είχα επιβιώσει κι από μηνιγγίτιδα που με είχε αφήσει σχεδόν ανάπηρη και μέσα στην φτώχια μας, τα φρούτα ήταν βάλσαμο για την ανάπτυξή μου.
Τώρα κρατούσε λουλούδια και χαμογελούσε περίεργα. Η μάνα μου πήρε τα λουλούδια, τα έβαλε στο βάζο και μας είπε να καθίσουμε στο σαλόνι.

“Μάρθα, σε λίγες μέρες θα παντρευτείς τον Νώντα.” είπε με ήρεμη φωνή και βλέμμα που σκότωνε.

“Μα..μα..μα, είμαι μικρή!” φώναξα γεμάτη απελπισία και σηκώθηκε με την ανάστροφη της παλάμης της και το τελευταίο της μονόπετρο έτοιμα να με χαρακώσουν.
Ο “θείος” Νώντας της άρπαξε το χέρι τρυφερά και της είπε να μου δώσει λίγο χρόνο. Εκείνη, έγνεψε κάνοντάς του το χατίρι και με άφησαν στο σαλόνι να το σκεφτώ.
Μπήκαν στη κάμαρή της και άκουσα φωνές. Τσακωνόντουσαν και η μάνα μου κέρδιζε, μάλλον, μέχρι που άκουσα ένα δυνατό χαστούκι. Ύστερα, δεν άκουγα τίποτα πια και πήγα στο παράθυρο μπας και σε έβλεπα, Αλέξανδρε! Να σου γνέψω να έρθεις να με πάρεις από ‘δω μέσα αλλά δεν ήσουν πουθενά κι άκουγα βογγητά από την κάμαρή της και άρχισε να γυρίζει ο κόσμος γύρω μου.

Βγήκα στο κατώφλι και άνοιξα δυο κουμπιά από το φουστάνι μου. Να πάρω αέρα, Χριστέ μου, μ’ αέρας δεν περνούσε πια στον λαιμό μου, μόνο θειάφι. Και ύστερα βγήκαν και οι 2 έξω και η μάνα μου με κοίταξε πιο ήρεμα και μου είπε πως θα είμαι ευτυχισμένη και να μην φοβάμαι γιατί ο Νώντας θα έμενε μαζί μας στο σπίτι.
Θα είχα και την μάνα μου εκεί να με προστατεύει μέχρι να γίνω γυναίκα και να μου έρθει το αίμα.

Δεν είχε έρθει το αίμα, Αλέξανδρε..
Παιδιά ήμασταν, Αλέκο!

Ο γάμος έγινε και δεν ήρθες.
Ήρθε όλο το χωριό κι εσύ δεν ήρθες. Η γιαγιά σου είπε ότι ήσουν βαριά άρρωστος. Φοβήθηκα μη πεθάνεις, τότε πεθαίναμε με ένα απλό κρύωμα. Και η ζωή ήταν όπως πριν, είχε δίκιο η μάνα μου. Εγώ, εκείνη και ο Νώντας σπίτι. Εδώ και 2 χρόνια έτσι ήμασταν εκτός που τώρα ο Νώντας κοιμόταν στο δωμάτιο των ξένων. Και εγώ πήγαινα σχολείο και εσύ έφυγες για το διπλανό χωριό στις θειάδες σου και δεν σε ξαναείδα.

3 χρόνια μετά, ήρθε η περίοδός μου και η μάνα μου, βλέποντας το βρακί μου μου άστραψε το πιο γερό χαστούκι της ζωή μου -νόμιζα-,και ο Νώντας πήρε το μαξιλάρι του και ήρθε να κοιμηθεί μετά από μια βδομάδα στο κρεβάτι μου. Ξέχασα την πρώτη μου νύχτα και τις επόμενες σκεπτόμενη πως μια μέρα θα πεθάνει, δε μπορεί, ήταν τόσο μεγαλύτερός μου. Ξέχασα και τα παιδικά μου χρόνια πολύ γρήγορα και τα παιχνίδια στη γειτονιά, τα γλυκά και εσένα, Αλέκο.

Έγινα μάνα, Αλέκο. Έξι φορές μάνα κι ας τον σιχαινόμουνα. Δούλευα στα χωράφια, σκατόπλενα πλουσιόσπιτα και γυρνούσα σπίτι μαύρη. Απέφευγα να τον συναντώ μέσα στη παράγκα που είχαμε για σπίτι και έβρισκα χίλιους δυό τρόπους να μην με ξαναπιάσει με τα βρωμόχερά του αλλά με έπιανε και κάθε φορά που με έπιανε με έσπερνε. Κι ήταν καλά παιδιά, δεν μπορώ να πω, τέσσερα κορίτσια και 2 αγόρια. Και όλα με αγαπούσαν κι ας μην είχα χρόνο να τα αγαπώ, δεν προλάβαινα.

Εκείνος, σταμάτησε να δουλεύει με την πρόφαση ότι ήταν άρρωστος και όλη μέρα τριγυρνούσε με μια προβιά στους ώμους κι ένα τσιγάρο στο στόμα να μπεκροπίνει στον καφενέ της πάνω ρούγας ή να ζητιανεύει έξω από την Εκκλησιά. Πόσο ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Τι φτώχια περνούσαμε κι ας δούλευα σα σκλάβα. Σκλάβα εκείνου και της μάνας μου που δεν δούλευε ούτε αυτή και των έξι παιδιών μας. Θα το έκανα, την αγαπούσα τη μάνα μου κι ας ήταν σκληρή, το καλό μου ήθελε και τα παιδιά μου τα αγαπούσα και. Ναι κι εκείνον τον είχα αγαπήσει, καμιά φορά με έκανε να γελάω που ντυνότανε αλλόκοτα κι έκανε τον Καραγκιόζη στα παιδιά. Τότε τον αγαπούσα και μαλάκωνε η ψυχή μου, όταν άκουγα τα παιδικά τους γέλια.

Τον λυπόμουν, ήταν άρρωστος, έλεγε και έπρεπε να το είχα καταλάβει από καιρό.
Ήταν ΑΡΡΩΣΤΟΣ, Αλέκο.

Όταν τον είδα να βγαίνει από το δωμάτιο της μάνας μου στις 4 τα ξημερώματα, κατάλαβα πως και οι δυο ήταν άρρωστοι αλλά δεν με πείραξε. Ας την ακούμπαγε εκείνη ο βρωμιάρης, που έκανε μπάνιο μια φορά το χρόνο. Ας τον ηρεμούσε εκείνη, αφού της άρεσε τόσο κι ας με άφηνε εμένα ήσυχη.

Το κατάλαβα, δεν ήμουν χαζή. Ήταν ο αγαπητικός της πριν μου τον επιβάλλει για άντρα μου. Το χωρίο είχε αρχίσει να μιλάει για τη χήρα του άρχοντα που έχασε όλο τους το βιός στα λούσα και τους ερωμένους. Ο Νώντας ήταν βρωμιάρης και πρόστυχος με τεράστια προσόντα. Κάθε μέρα μπάστακας στο σπίτι της χήρας, το χωριό δεν αργεί να σου κρεμάσει κουδούνια μα εκείνη ήταν ξύπνια. Μου τον πάσαρε για γαμπρό για να τον έχει όλη μέρα σπίτι με το νόμο. Θα μπορούσε να τον πάρει εκείνη, βέβαια, αλλά ήταν ακόμη πιό ξύπνια από το να χάσει τη μικρή χρηματική βοήθεια από την αυστηρή γεροντοκόρη αδερφή του μπαμπά μου. Αν η μάνα ξαναπαντρευόταν, δεν θα της έδινε φράγκο η θειά.

Και πάλι, χαλάλι. Ό,τι έιχε γίνει έγινε κι ας έφαγα τόσο ξύλο και βιασμούς. Μπορεί να κανόνιζε τη μάνα μου αλλά εγώ ήμουν τρυφερούδι, γυναίκα του και με ήθελε. Όλες μας ήθελε και… η μεγάλη μου κόρη άρχισε να κλειδώνει την κάμαρα των παιδιών.

Τα αγόρια τα είχαμε στείλει στην Αθήνα να βρουν την τύχη τους σε 2 πλούσια ξαδέρφια μου και το σπίτι ήταν γεμάτο θηλυκά. Η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό και δεν ήθελε άλλο ο Νώντας να πηγαίνει στην κάμαρά της κι η άρνησή μου να πλαγιάσω μαζί του τον έκανε θεριό ανήμερο.

Ένα απόγευμα, πήγε στο στάβλο του δημάρχου να δουλέψει και γύρισε μελανιασμένος από τις οπλές της φοράδας. Η δημαρχίνα μου είπε να τον χωρίσω. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί μου το είπε αυτό, ακόμη κι όταν μου είπε η ίδια, χρόνια μετά, πως ο Νώντας έβαλε σκαμνί και προσπάθησε να κανονίσει τη φοράδα. Ας κανόνιζε τη φοράδα, μα τη Παναγία κι ας με άφηνε ήσυχη, τα μαύρα νύχια του, τα λιγδιασμένα του μαλλιά και η σκελέα του που μύριζε κάτουρο από μέτρα μακριά. Ας πήγαινε με τη φοράδα κι ας μην τον κλοτσούσε.

Όταν είδα το βλέμμα της πρωτότοκής μου, όμως, θολό και τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της… όταν είδα πως είχε περάσει το κλειδί του δωματίου των κοριτσιών σε τριχιά γύρω από το λαιμό της… όταν μου είπε “μάνα, δεν με νοιάζει να πάω σχολείο, δεν με νοιάζει να γίνω γιατρός, δεν με νοιάζει να με στείλεις υπηρέτρια μα δεν μπορώ άλλο εδώ.. ας ΦΥΓΟΥΜΕ ΜΑΝΑ”, τότε μάζεψα τα 5 ρούχα μας σε ζεμπίλια και τσάντες και πήραμε το τρένο για την Αθήνα.

Με ρώτησε πού πάμε και του είπα πως μας χάρισε ένα μεγάλο σπίτι η θειά, η αδερφή του πατέρα μου και να μείνει λίγο καιρό με τη μάνα μου μέχρι να τακτοποιηθούμε και να βάλω τα παιδιά σε δουλειές και σχολειό.

Πήγαμε στον Περαία. Ήταν τόσο ωραία. Εκεί δεν υπήρχε ούτε εκείνος ο μαύρος σκύλος, ούτε η ερωμένη του η οχιά, ούτε η γειτονιά να μας σχολιάζει και δουλεύαμε όλοι και τα λεφτά μας φτουρούσαν επιτέλους. Κανείς δεν τα έκανε κρασί και ζάρια, ούτε τσιγαριλίκια. Τα παιδιά μπήκαν σε σειρά και εγώ δεν ξαναείδα άντρα, παρά μονάχα στον κινηματόγραφο κι ύστερα στην τηλεόραση που μου αγόρασε ο γιος μου.

Οι κόρες, όλες παντρεύτηκαν και δεν με άφησαν να ξαναδουλέψω. Άρχισα και το τσιγαράκι, Αλέξανδρε. Δεν είμαι όμορφη αλλά είμαι ξεκούραστη.

Εκείνος κι εκείνη κάηκαν, Αλέξανδρε. Ένα βράδυ, η σόμπα πέταξε πυρωμένο κάρβουνο στην κουρελού. Ας ζούσαν, ποσώς με ενδιαφέρει. Αρκεί που δεν με κοίταζαν πια. Αρκεί που δεν μπορούσε να με ακουμπήσει. Ούτε εμένα, ούτε τα κορίτσια μου. Και τα ορμήνεψα να αφήσουν να τις ακουμπήσουν μονάχα εκείνοι που θα αγαπούσαν.
Αγαπήθηκαν! Βγήκαν ραντεβού, τις έκαναν καντάδες, αχ πόσο ζήλευα και χαιρόμουν για εκείνες. Να ζήσουν την αγάπη. Να παντρευτούν από αγάπη. Να μην επιτρέπουν σε κανέναν να τους διαφεντεύει τη ζωή.

Αλέξανδρε, άραγε, αν παντρευόμουν εσένα, θα μου έκανες καντάδες; Θα σε άφηνα να με αγγίξεις, Αλέξανδρε. Ήσουν ευγενικός και καθαρός και στο σώμα και στα μάτια, θυμάμαι. Δεν πειράζει.

Δεν φεύγω με πίκρα, τώρα, που ρίχνω καμιά ματιά στη γης, είδα πως χτυπούσες τη γυναίκα σου και σκότωσες ένα ξάδερφό σου για 2 στρέμματα ρίζες. Είδα πως σάπισες στο ξύλο τον γιό σου και τον έδιωξες με ένα πουκάμισο γιατί σου είπαν πως του άρεσαν οι άντρες.

Δεν πειράζει, η μοίρα μου δεν θα είχε διαφορά μεγάλη, καθώς βλέπω…