Το ριχτάρι είναι τσαλακωμένο στον καναπέ. Κάπως κοντό και στενό, δεν τον καλύπτει. Προσωρινή λύση. Όπως και τα έπιπλα που έχω. Εκείνα που υπήρχαν στο υπνοδωμάτιό μου, πήρα και μερικά ακόμα και τσουπ έφτιαξα το σαλόνι. Ένας αχταρμάς. Όλο λέω να κάνω αλλαγές στο σπίτι. Όμως είναι και το οικονομικό στη μέση. Δεν δουλεύω και χρειάζομαι τόσα. Ανάγκες βασικές. Να γεμίσω το ψυγείο, να βρω δουλειά, να τρώω περισσότερο, να θυμάμαι να πίνω νερό. Να ξεκινήσω επιτέλους ψυχανάλυση. Δεν εμβολίασα φέτος το σκυλάκι μου. Λύσσαξα να μαζέψω γατί από το δρόμο. Το μάζεψα, ψώνισα πραγματάκια και τη στιγμή που το έφερα στο σπίτι μ’ έπιασε πανικός. Πνίξιμο. Πνιγόμουν από τη μυρωδιά του γατιού, την αλλεργία, πνιγόμουν από τις σκέψεις μου. Το παράτησα στο δρόμο. Το ‘χω ξανακάνει. Σκέφτομαι ό,τι πολλά από τα «θέματά μου» είναι τιμωρία για έναν σκατάνθρωπο σαν κι εμένα.

Φοβάμαι να μου αρέσει κάτι. Στο μυαλό μου το τσαλακωμένο ριχτάρι. Έχω συνηθίσει να το βλέπω. Έχω συνηθίσει να το βλέπω σε μένα.
Ανέβασα την τέντα χτες. Φάνηκε να μπήκε λίγο φως, μετά όμως συννέφιασε. Μήπως να την ξανακατεβάσω; Γελάω μόνη μου. Έχω ανάγκη να μπει φως στη ζωή μου. Να με ζεστάνει ο ήλιος. Ο καλός, όπως αυτός στις ταινίες, όχι ο καυτός του Ιουλίου και του Αυγούστου. Ο ήλιος που ζεσταίνει το πρόσωπο, σαν γιατρειά, σαν αναζωογονητικό χάδι. Μια αισιόδοξη ώθηση, ένα άγγιγμα, μια φωνή που λέει ότι όλα θα πάνε καλά. Μήπως βλέπω πολλή τηλεόραση;

Είναι σκοτεινό το σπίτι. Πρέπει να αλλάξουν σχεδόν τα πάντα. Βαριέμαι. Δεν έχω διάθεση. Ένας γιατρός μου είχε πει παλιά, να βλέπω προς την ανατολή. Είμαι βέβαιη ότι εννοούσε κάτι ξεκάθαρο, απελπιστικά απλό, στην κεφάλα μου παρ’ όλα αυτά υπήρχε ένα ερωτηματικό. Δηλαδή; Τι πρέπει να κάνω; Πείτε μου ένα παράδειγμα γιατρέ. Δεν είπε. Αν η ζωή είναι μαθηματικά όπως ισχυρίζονται πολλοί και αφού στα μαθηματικά υπάρχουν παραδείγματα, ο γιατρούλης γιατί δεν μου έδωσε παράδειγμα;

Ξεκίνησε να σκοτεινιάζει νωρίτερα. Δρόσισε. Υγρασία. Όλα μ’ ενοχλούν, όλα μ’ εκνευρίζουν. Τι να σου κάνει κι η επιστήμη. Φαντάζομαι το καλοκαίρι που θα έρθει. Πρέπει του χρόνου οπωσδήποτε να πάω στη θάλασσα, έστω και για βόλτα. Να βρέξω τα πόδια μου. Είναι όμορφη η θάλασσα. Ειδικά όταν δεν θαλασσο­πνίγεσαι και όταν είσαι άκρη άκρη στην ακτή, εκεί που σκάει το κυματάκι. Το μικρό, το ωραίο, όχι σαν αυτά που σκάνε όταν περνάει ταχύπλοο και φτάνει το νερό ίσαμε τον καφενέ του μπαρμπά – Μήτσου (Ο Μήτσος πάλι ποιος είναι;)

Τα τελευταία χρόνια το μόνο που κάνω όταν πηγαίνω στην παραλία, είναι να κάθομαι και να την χαζεύω. Στην καλύτερη περίπτωση να βρέξω ποδαράκια. Όσο ανεβαίνει η στάθμη της και φτάνει στο στομάχι, κάτι με σφίγγει, μου κόβει την αναπνοή. Είμαι και δεινή κολυμβήτρια, άστα να πάνε. Θέλω να τρέξω στην ακτή. Στην ασφάλεια. Πάντα αναζητώ την ασφάλεια και στην διάρκεια της αναζήτησης έχω χάσει και ξεχάσει τα απλά.
Κοιτάω τον καναπέ. Είναι συμπαθητικός, όμως μοιάζει να τον ρουφάει αυτός ο αχταρμάς τριγύρω, που ακόμα τουλάχιστον δεν λέει να ισορροπήσει, όσο και να τραβάω το ριχτάρι να ισιώσει.

Η Λίστα