Μη με ρωτάς γιατί γράφω τούτη τη στιγμή. Ίσως φταίει που δε μπορώ να μιλήσω και πρέπει κάπως να σωθώ. Όχι, δεν έχασα τη μιλιά μου. Ερωτευμένη είμαι.

Έψαξα να βρω στίχους για να μιλήσω. Μα κανένας δεν ήταν αρκετός. Μέσα σε χίλια τραγούδια ταξίδεψα, μα καμιά μελωδία δε μπορούσε να ντύσει με χρώματα αυτό το συναίσθημα. Μόνο δυο δεκαπεντασύλλαβα κρατώ ακόμη μέσα στις παλάμες μου. Και τα νιώθω να χαράσσουν νέες γραμμές πάνω τους. Κι έμελλε εκείνα να φτιάξουν χάρτη στη καρδιά για να βρει το δρόμο της.

Δε ξέρω για εκείνες τις πεταλούδες που μιλούν οι πολλοί. Ξέρω για Φως. Για Χρώμα. Για ζεστά χαμόγελα. Ξέρω πως μια του λέξη ακόμη και πίσω από δέκα άλλες φωνές, έρχεται πάντα μπροστά και κάνει το στομάχι μου να σφίγγει. Το κορμί μου ν’ ανατριχιάζει. Το μυαλό μου να χάνεται. Ξέρω πως ακόμη κι όταν είναι μακριά, κοιτάζω τον ουρανό, μυρίζω τα γιασεμιά και βρίσκεται ολόγυρά μου.

Με πιάνει απ’ το χέρι και περπατάμε παρέα δίπλα στη θάλασσα. Κι όσο νιώθω την αφή του, τόσο ανοίγει διάπλατα ο κόσμος όλος. Βλέπω να ντύνεται ο ορίζοντας με τα πιο ζεστά χρώματα. Όχι από ‘κείνα τα συνηθισμένα. Όχι κόκκινο, μήτε βιολετί. Ένα χρώμα μελί. Λες και κρατώ παστέλι σου λέω, όπως εκείνο που κρατούσαμε μικροί στα χέρια, και γέμιζε με γλύκα ολάκερη η ψυχή μας. Κλείνω τα μάτια κι είναι πάλι εδώ. Και γίνεται η ζεστασιά του, φλόγα μέσα μου πρωτόγνωρη, μα τόσο οικεία. Λες και τη λαχταρούσα απ’ τη πρώτη στιγμή που ήρθα στο κόσμο ετούτο. Λες και γεννήθηκα για να τη νιώσω και μόνο.

Και συνεχίζει να ‘ναι δύσκολο να βρω τις λέξεις που θα περιγράψουν αυτό που νιώθω. Κανένα λεξικό δε βρήκα τόσο πλούσιο. Κανένα ποιητή να με βοηθήσει με την έμπνευσή του. Ο ποιητής μου ένας και δε μου μιλά πια. Δυο τρεις λέξεις έχω κρατήσει κοντά μου και τις σφιχταγκαλιάζω κάθε βράδυ που ξαπλώνω μακριά του. Κι όταν ξημερώνεικαι λούζεται με φως το δωμάτιο, πάντα με τις λέξεις του ντύνομαι και βρίσκω τη δύναμη να βγω στον έξω κόσμο. Τις λέξεις του φορώ και δε νιώθει γυμνή η ψυχή μου. Κι είναι θαρρείς ρούχο ζεστό.

Δε μοιάζει με κασμίρι, μα μήτε βελούδινο το λες. Από άλλο κόσμο έχει έρθει τούτο το ρούχο. Λες και το έγνεψαν νεράιδες τις νύχτες στις δρακολίμνες. Και μόνο το φως του φεγγαριού τις έβλεπε όσο περνούσαν τα κρινοδάχτυλά τους στις ανέμες. Κι όσο ο άνεμος ψιθύριζε μέσα στα μακριά μαλλιά τους, τόσο εκείνες χάιδευαν τις κλωστές. Κι αν με ρωτάς πώς το λένε αυτό το ρούχο, μόνο τη λέξη αγκαλιά θα βρω να σου πω. Ζεστή, γλυκιά αγκαλιά. Βάλσαμο που λυτρώνει όποιον τη νιώσει. Βάλσαμο που δε πρόλαβα να γευτώ. Μα το ονειρεύομαι κάθε στιγμή.

Κλείνω τα βλέφαρα και νιώθω το φιλί του να ποτίζει τα χείλη μου. Σα δροσοσταλιές πάνω σε φύλλα λεμονιάς τα πρωινά του Νοέμβρη, κυλούν από τα χείλη κι ανθίζει όλο μου το είναι. Κι όσο κυλούν προς τη καρδιά, τόσο τη καίνε πάλι. Τα μάτια ανοίγω και δεν είναι πουθενά. Κι από γιατρειά που είναι αυτές, φωτιές και φλόγες γίνονται.

Κι εγώ η άμοιρη, μοίρα πού να βρω. Ποια μονοπάτια να περπατήσω για να τον βρω, που όλα απροσπέλαστα μου μοιάζουν πια; Και τώρα που θέλησα να σηκώσω το κεφάλι, ένα σταυροδρόμι ξετυλίγεται μπροστά μου. Κάθε πορεία του τόσο άγνωστη. Καμιά τους δε ξέρω τι θα φέρει. Και τα πόδια μου καρφωμένα στο χώμα. Λες και ξέχασα να περπατώ. Λες και ξέχασα ν’ ακούω τη καρδιά μου και να την ακολουθώ. Φοβάται κι εκείνη μη πληγωθεί ξανά. Μάτωσε βλέπεις τόσες φορές.

Μα ο Έρωτας δεν υπολογίζει πληγές. Χαρακωμένο κι αν σε βρει, πάλι στη μάχη θα σε ρίξει. Είναι λες και το χάδι που λαχταράς, θα τις γιατρέψει όλες. Σφίγγω τα δόντια και προχωρώ. Κι ας ματώσει κι η καρδιά ξανά. Εγώ θα τον βρω το δρόμο. Ερωτευμένη είμαι, μη ξεχνάς. Κι είναι το αίμα του ερωτευμένου αρκετό για να ποτίσει τις καρδιές και ν’ ανθίσει ολάκερος ο κόσμος…