Πρέπει να ήμουνα 11 ετών. Έμενα στο Καραμπουρνάκι, σε μια όμορφη μονοκατοικία των 50ς με μεγάλο κήπο, γεμάτο τριανταφυλλιές που ήταν η ειδικότητα της θείας μου. Ήταν την ίδια εποχή που είχα σουρώσει για πρώτη φορά στην ζωή μου, επειδή έφαγα, κυριολεκτικά, όλα τα κεράσια από τον πάτο του βάζου με το χειροποίητο λικέρ και με βρήκαν ξαπλωμένο στο πάτωμα να χορεύω ζεμπεκιές άνευ μουσικής, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Όπως σε κάθε Ελληνική γειτονιά οι φιλίες οριζόταν από την γεωγραφική θέση του σπιτιού σου. Το «μεν και το δε» το καθόριζε καθαρά η μοίρα ή η τύχη, το εάν δηλαδή βρισκόσουν από αυτήν ή από την άλλη πλευρά ενός αόρατου συνόρου που κάνεις δεν θυμάται ή δεν γνωρίζει ποιός έθεσε, πότε και γιατί, αλλά πρέπει να υιοθετήσεις και μα σεβαστείς ως και δικά σου όρια πλέον, διότι ποιός θέλει να λέγεται «προδότης» στην τελική; Όταν παίζαμε ποδόσφαιρο, καπάκια, μπίλιες, τοιχάκι, κυνηγητό, χωριζόμασταν πάντα σε ομάδες με βάση αυτά τα σύνορα που ειχαν σμιλέψει φιλίες χρόνων.

Σε ένα τέτοιο ματς έχω βάλει μια «γκολάρα», από εκείνες που στην μνήμη σου παίζουν πάντα σε slow-motion, ψαλιδάκι, τέλεια επαφή γκουντεπιέ-μπάλας, ακόμη ακούω τον ήχο του «ζντούμπ» και γκολ στο νοητό Γάμα ενός ανύπαρκτου φαντασιακού τέρματος, οι διαστάσεις του οποίου προσδιορίζονται από δύο σχολικές τσάντες, προσεκτικά μετρημένες μεταξύ τους.

Ή ομάδα μου πανηγυρίζει έξαλλη, εγώ προάγομαι αυτομάτως και δικαίως σε κάτι μεταξύ Θεού και Πελέ (που είναι βασικά ένα και το αυτό για 11χρονα αγόρια) κι ακούω τον τερματοφύλακα της αντίπαλης ομάδας να φωνάζει πως «Ε, δεν στρέχει» γιατί ήταν, λέει «Δοκάρι κι έξω».

Πρόσεξε τώρα, όπως μάλλον μαντέψατε, «Δοκάρι» δεν υπάρχει παρά μόνο νοητό, αλλά εκεί που πήγε η μπάλα ήταν τόσο «εντός» του γκολ που ακόμη κι αν το έβαζα εναντίον του Γαύρου δεν θα υπήρχε διαιτητής που να τολμούσε να το ακυρώσει!

Όπως καταλαβαίνετε ακολούθησε ένας μικρός χαμούλης μεταξύ των δύο ομάδων, με εμένα και τον χαραμτζή τερματοφύλακα σε ρόλους κύριων πρωταγωνιστών και πριν πεις κύμινο, (είχαμε και κάτι προηγούμενα), αρχίζει κλωτσοπατινάδα.

Μέσα στο γενικό μπάχαλο που ακολουθεί κι αφού έχω βάλει κάτω τον τερματοφύλακα με μια σμπρωξιά που ‘χε έξτρα ωστικό κύμα απ’ το δίκιο που μ’ έπνιγε, έρχεται από πίσω ο αδερφός του κι εκεί που στέκομαι όρθιος, ακούω μια κλοτσιά, (λέω «ακούω» γιατί πρώτα την άκουσα και μετά είδα το Μίλκυ Γουέϊ), που αφού πέρασε ανάμεσα από τα σταθερά και μισάνοιχτα σε πόζα νικητή πόδια μου, ήρθε και προσγειώθηκε μετωπικά πάνω στα papaya μου, με την ίδια τέλεια επαφή και ήχο «Ζντούμπ» που είχα καταφέρει πριν λίγα λεπτά στο προαναφερόμενο «ψαλιδάκι»…

Νομίζω πως ανέβηκαν στον λαιμό μου κι επέστρεψαν στην θέση τους με τον ίδιο κωμικό τρόπο που συμβαίνει στα καρτούν.

Να μην σας τα πολυλογώ, ένα δάκρυ κύλησε βαρύ σαν το χαλίκι. Όλοι ξέρουμε πως ποτέ δεν χτυπάμε τ’ άλλα αγοράκια στην ευαίσθητη περιοχή και τώρα που παραβίασαν τον απαράβατο αυτό δεοντολογικό κώδικα και την παγκοσμίως αποδεκτή ετικέτα των αλανοκαυγάδων, αυτοί φεύγουν τρέχοντας με τους δικούς μου να τους κυνηγούν καταπόδας κι εγώ να μένω με ένα φίλο, γονατισμένος στην μέση του γηπέδου.

Αφού συνήλθα ανασυγκροτηθήκαμε (εγώ και τα papaya μου) και πήγαμε να βρούμε τους ενόχους με τις ζώνες στα χέρια αλλά είχαν ήδη μπει στο οικιακό τους άσυλο και μας κορόιδευαν από την ασφάλεια του μπαλκονιού τους.

Τεσπα, θα είχα την ευκαιρία να φάω το κρύο πιάτο της εκδίκησης αργότερα, αλλά προς το παρόν ο καταπονημένος εντεκάχρονος εαυτός μου σκουπίζει μαζί με τα δάκρυα και τις μύξες του πόνου και τον θυμό της κλοπής του γκολ (ακόμη οι φίλοι μου μετά από τόσα χρόνια αναφέρονται σε αυτό έως: «Το Τέλειο Γκολ»), κι επιστρέφει στο σπίτι, χωρίς φυσικά να πει κουβέντα στην θεία του που του έχει έτοιμο ένα τέλειο πιάτο μακαρόνια με κιμά, (το αγαπημένο του:)

Ε, μετά από κάνα δίωρο, τρίωρο θέλω να πάω για κατούρημα. Αμ δε! Στην προσπάθεια μου το μόνο που βγαίνει είναι καυτό τσούξιμο και πόνος αλλά ούτε μια σταγόνα.

Το αφήνω για καμία ωρίτσα ακόμη και ξαναπροσπαθώ, τα ίδια. Το λέω στην θεία μου ότι δεν μπορώ να πάω, χωρίς όμως να της εξηγήσω τι έχει προηγηθεί και πιστεύει, λογικά, ότι ένα ποτήρι νερό θα βοηθήσει. Το πίνω αλλά φυσικά δεν βοηθάει.

Περίμενε να γυρίσει και ο θείος σου ο Φώτης.
Περιμένω, γυρίζει, του λέει για το πρόβλημα. Εντάξει, ας του δώσουμε ένα ποτήρι νερό, λέει κι αυτός, μου δίνουν, αλλά και πάλι δεν.

Να πάρουμε τηλέφωνο στην μαμά του, παίρνουν, μετά από καμία ώρα έρχεται κι αυτή, μαζί με την γιαγιά μου και, λογικά, μου δίνουν άλλο ένα ποτήρι νερό. Τίποτε.

– Να του δώσουμε άλλο ένα ποτήρι και να πάμε όλοι μαζί μέσα στην τουαλέτα να τον βοηθήσουμε! (πως ακριβώς δεν ξέρω ακόμη)

Τώρα, έχω πιει καμία 3 λίτρα νερό, δεν έχω πάει για κατούρημα εδώ και 6 ώρες και είμαι καθιστός και περικυκλωμένος από τον θείο, την θεία, την γιαγιά και την μαμά, να έχουν αφημένη την βρύση να σιγοτρέχει (λες και χρειαζόμουν την έμπνευση) και να έχουν γονατίσει σε εμψυχωτικό κύκλο κάνοντας όλοι μαζί τον ήχο: πςςςςςς.

Ακόμη και να μπορούσα να πάω πριν μετά απ’ όλο αυτό έχω μπλοκάρει και ψυχολογικά από την εσωτερική κι εξωτερική πίεση.

– Ας περιμένουμε να έρθει ο πατέρας του από την δουλειά, λέει η Γιαγιά. Εξαιρετική ιδέα (!) λένε όλοι εκτός από εμένα.
Δύο ώρες αργότερα έρχεται κι αυτός, μια από τα ίδια, δώστου κι άλλο νερό, ξανά πςςςςς όλοι μαζί ξανά τζίφος, έχει πρηστεί η κοιλιά μου, δεν μπορώ πλέον να κλείσω τα πόδια μου γιατί τα papaya μου έχουν γίνει σαν πεπόνια.

– Ρε παιδιά μήπως πρέπει να το πάμε το παιδί στο νοσοκομείο; ρωτάει επιτέλους το Σαΐνι η μάνα μου.
( «Επιτέλους!» Σκέφτεται με κρυφή ανακούφιση ο εντεκάχρονος εγώ)

Με παίρνουν σηκωτό αφού πλέον κυριολεκτικά δεν μπορώ να περπατήσω, η κοιλιά μου έχει γίνει σαν παιδάκι της Αιθιοπίας και με οδηγούν στο ΑΧΕΠΑ.

Με το που με βλέπει μια νοσοκόμα λέει «Καλέ θα σκάσει το παιδάκι» (η ιδέα ότι θα έσκαγα ομολογώ ότι με κατατρόμαξε), φωνάζει άλλους νοσοκόμους, με γδύνουν, με βάζουν μια ρόμπα, με ξαπλώνουν σε ένα φορείο και με τρέχουν μέσα σε μια αίθουσα όπου με αφήνουν μόνο για λίγο μέχρι να βρουν γιατρό επειγόντως.

Είμαι πλέον μόνος σε αυτή την κρύα αίθουσα, οριζοντιωμένος σ’ ένα σκληρό φορείο, πάνω μου βλέπω τα δυνατά φώτα του χειρουργείου, θέλω να κατουρήσω περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στην ζωή μου, η κοιλιά μου με εμποδίζει από το να μπορώ να δω το πουλί μου ή τα πόδια μου και το μέγεθος των πρησμένων μου όρχεων με αναγκάζει να έχω τα πόδια ανοιχτά λες και πρόκειται να γεννήσω, αλλά το μόνο που σκέφτομαι είναι ο φόβος και η εικόνα του εαυτού μου την ώρα που σκάει!

Μέσα στο 5 λεπτό ανοίγουν οι πόρτες διάπλατα και μπαίνει μέσα ένας καλοσυνάτος γιατρός τον οποίον ακολουθούν πέντε μαθητευόμενες (ο Μέρφυ κανόνισε να είναι όλες τους γυναίκες) νοσηλεύτριες/γιατροί δεν ξέρω τι και όλοι σκύβουν σχεδόν με δέος πάνω από κάτι το οποίο προφανώς μέχρι τότε έχουν δει μόνο στα βιβλία.

Οι μαθητευόμενες παρακολουθούν με μεγάλη αφοσίωση και προσοχή τον γιατρό την στιγμή που αποκαλύπτει την πρησμένη μου ουρήθρα (τώρα θα σας κοπεί το γέλιο, περίμενε), πριν βάλει εντός της ένα μακρύ εργαλείο με αγκιστρωτή απόληξη και το απομακρύνει σχεδόν ακαριαία ξεμπλοκάροντας το τραυματικό αιμάτωμα που έφταιγε για τον πολύωρο βασανισμό μου.

Ο γιατρός πρέπει να ήταν μεγάλος πλακατζής αφού γνωρίζοντας τι θα επακολουθούσε της κίνησης φρόντισε να απομακρυνθεί αμέσως αφήνοντας τις, ω, τόσο διψασμένες για γνώση, μαθητευόμενες να πάρουν καταπρόσωπα τον πελώριο πίδακα του εγκλωβισμένου πεντάλιτρου που είχα συσσωρεύσει όλη μέρα και που τώρα τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει.

Φάτσες, γυαλιά, μαλλιά, ρούχα, νταβάνι, έχουν γίνει απολύτως μούσκεμα με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε μια μάνικα υψηλής πίεσης όταν ξεφεύγει από τα χέρια του πυροσβέστη και χτυπιέται, ακυβέρνητη, σαν φίδι που έχει πάθει αμόκ…

Όχι η πιο όμορφη ανάμνηση, αλλά από την άλλη πόσα εντεκάχρονα μπορούν να πουν ότι έχουν κάνει golden shower σε 5 νοσοκόμες ταυτόχρονα;!

Όσο για την ανακούφιση… Δεν Φαντάζεστε!