Έπρεπε να σβήσει. Για το είδος των εξωγήινων Βενιάρ το φως αυτού του γαλαξία έπρεπε να πάψει να φέγγει. Είχαν έρθει στη Γη ακριβώς για αυτό το λόγο. Είχαν αναμειχθεί με αυτό το παράξενο, δίποδο είδος που αυτοαποκαλούνταν άνθρωπος και ξεψάχνιζαν τους τόπους όλου του πλανήτη. Γύρευαν ένα μπλε φως, αιώνια αναμμένο. Έβρισκαν πολλά τέτοια φώτα, όμως κανένα δεν ήταν αυτό που ήθελαν.
Είχαν πάει σε όλα τα φρουρούμενα κτίρια. Παρουσιάζονταν είτε ως πολιτικοί, είτε ως στρατιωτικοί, είτε ως δικηγόροι. Ήταν αρκετό καιρό εδώ για να έχουν καταλάβει πώς περίπου παιζόταν το παιχνίδι. Αν φορούσες κοστούμι, κρατούσες μια τσάντα από ακριβό δέρμα και είχες αυταρχικό ή υπερβολικά υπεροπτικό ύφος τότε ήσουν ευπρόσδεκτος παντού. Θησαυροφυλάκια, τράπεζες, μνημεία, κυβερνητικά κτίρια, απομονωμένες, απόρρητες στρατιωτικές περιοχές. Όλα τα έψαξαν, αλλά πουθενά δεν βρήκαν το φως του γαλαξία.
Έπρεπε να το σβήσουν, όχι επειδή κινδύνευε ο δικός τους γαλαξίας, αλλά γιατί με αυτό τον τρόπο θα εξάλειφαν μια δυνητική απειλή. Οι άνθρωποι δεν είχαν πάρει χαμπάρι ακόμα ότι υπήρχε ζωή στο γαλαξία που ζούσαν οι Βενιάρ. Τι θα έκαναν, αν έρχονταν με τα διαστημόπλοιά τους; Είχαν όπλα, αυτό το διαπίστωσαν οι εξωγήινοι πολύ καλά. Ενημέρωσαν και τους δικούς τους και η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: βρείτε το φως και καταστρέψτε το.
Αυτό έκαναν. Αλλά αποτύγχαναν. Οι άνθρωποι είχαν φτιάξει πολλά τεχνητά μπλε φώτα, τα οποία μπέρδευαν τους Βενιάρ. Τους ανάγκαζαν να επιτεθούν σε λάθος μεριές και έτσι ρίσκαραν την αποστολή τους.
Καθώς οι εφτακόσιοι Βενιάρ που είχαν απλωθεί σε όλη τη Γη έκαναν τη δουλειά τους, διαπίστωναν πως οι άνθρωποι ήταν παράξενα όντα. Χωρίζονταν σε φυλές και είχαν διαφορετικές θρησκείες και κυβερνήσεις. Αυτό ήταν περίεργο για ένα είδος που ήταν όλοι ίδιοι, υπό το ίδιο καθεστώς. Λάτρευαν μια ολότητα. Ένα θεό, όχι χιλιάδες. Δεν χρειάζονταν χιλιάδες θεοί.
Η περισσότερη δραστηριότητα των Βενιάρ εστιαζόταν στην Ελλάδα. Οι Βενιάρ ήταν υδρόφιλοι οργανισμοί, οπότε όποια χώρα βρεχόταν από νερό ήταν ψηλά στη λίστα τους. Ένας άλλος λόγος που οι Βενιάρ παρακολουθούσαν τις εν λόγω χώρες ήταν το γεγονός πως το μπλε φως του γαλαξία αποτελούνταν κατά το ήμισυ από νερό. Το υπόλοιπο περιείχε από αυτό που στη Γη ονόμαζαν ηλεκτρισμό.
Ο κυριότερος, όμως, λόγος που οι εξωγήινοι είχαν απλωθεί στην Ελλάδα ήταν το ότι οι ανιχνευτές τους εντόπιζαν εδώ σήματα ενέργειας. Διακεκομμένα, σαν να αναβοσβήνεις μια λάμπα για μερικά δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσαν να το καθορίσουν ακριβώς, αλλά πλησίαζαν. Σύντομα θα το έβρισκαν.

Στο σπίτι της Χριστίνας, τα παιδιά είχαν πάει στο δωμάτιό τους και κοιμούνταν. Υποτίθεται. Στην πραγματικότητα, τα δύο μπομπιράκια κάθε βράδυ περίμεναν να πάει η μαμά και ο μπαμπάς για ύπνο και μετά ενεργοποιούσαν το φωτιστικό τους.
«Έλα, άναψέ το», είπε ο Κώστας στην κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη Μαρία.
Εκείνη πασπάτεψε τη συσκευή. Το λαμπατέρ αποτελούνταν από τη μαύρη βάση του και ένα κοινό γλόμπο. Έτσι φαινόταν. Αυτό νόμιζαν ότι ήταν η μαμά και ο μπαμπάς όταν το αγόρασαν. Μόνο που η αλήθεια ήταν λιγάκι διαφορετική.
Η Μαρία ακούμπησε το διακόπτη. Κοίταξε χαμογελώντας τον αδερφό της. «Έτοιμος;»
«Ναι, ναι, άντε λοιπόν».
Τσιφ!
Το δωμάτιο χάθηκε.

Οι εφτά Βενιάρ που βρίσκονταν στην Αθήνα, έλαβαν την κλήση. Οι κεραίες τους, που για κατασκοπικούς λόγους είχαν προσομοιωθεί σε ανθρώπινα αυτιά, κινήθηκαν ανεπαίσθητα και το οπτικό τους πεδίο γέμισε εικόνες. Ενός δρόμου, αυτοκινήτων, αδέσποτων ζώων. Και, στο κέντρο όλων αυτών, ένα δωμάτιο σπιτιού.
Βρήκαμε την τοποθεσία, είπαν μεταξύ τους. Μεταφερόμαστε άμεσα.
Όλοι στο παραλιακό κλαμπ είδαν τους «VIP», όπως ονόμασαν τους τέσσερις άντρες και τις τρεις γυναίκες με τα αταίριαστα-σε-ένα-τέτοιο-μέρος-κοστούμια, να σπεύδουν στις γυαλιστερές BMW.

Η Μαρία και ο Κώστας είχαν γίνει μπλε. Το φως του γαλαξία διαχεόταν στα μικροκαμωμένα κορμιά τους, συντονίζοντάς τους με την ενεργειακή δραστηριότητα των πλανητών και της ζωής του γαλαξία. Δεν ήταν πλέον στο δωμάτιό τους, αλλά ανάμεσα στα αστέρια. Τα παιδιά μόρφασαν, διότι, όπως κάθε φορά, η δύναμη που τα γέμιζε ήταν πολύ ισχυρή, αναγκάζοντάς τα να απενεργοποιήσουν το λαμπατέρ.
Οι εικόνες, όμως, που έβλεπαν ήταν σαν να ξεπηδούσαν από τους καλύτερους πίνακες της φαντασίας τους. Τα στοιχεία των έμβιων μορφών και των επιφανειών των άστρων ήταν το φόντο, ενώ η ουσία που τα ολοκλήρωνε αποτελούνταν από σφριγηλές θεότητες.
Ξαφνικά, το χρώμα του φωτός, αλλά και των παιδιών, άλλαξε σε κόκκινο.
«Σβήσιμο του φωτός πρέπει να αποτραπεί», είπαν μαζί. «Σβήσιμο του φωτός πρέπει να αποτραπεί. Σβήσιμο του φωτός πρέπει να αποτραπεί. Σβήσιμο…»

Οι δύο BMW σταμάτησαν έξω από το σπίτι. Στη μέση του δρόμου. Δεν τους ενδιέφεραν τα οχήματα. Η δουλειά θα γινόταν και εκείνοι θα εξαφανίζονταν πριν κανείς καταλάβει κάτι. Θα έσβηναν το φως και θα σκότωναν όποιον το προστάτευε.
Τρεις μέσα, διέταξε ο ανώτερός τους. Οι άλλοι περικυκλώστε.
Έτσι κι έγινε.

Τα δύο παιδιά έπιασαν το ένα το χέρια του άλλου και οι ματιές τους συναντήθηκαν, σε ένα πορφυρό ποτάμι δύναμης. Το στόμα τους έτρεμε, επαναλαμβάνοντας την συμβουλή που λάμβαναν από το γαλαξία.
Το τζάμι του δωματίου έσπασε με ένα υπόκωφο θόρυβο. Τρεις μορφές εισέβαλλαν και προσγειώθηκαν στο παιδικό χαλί. Ο ανώτερος Βενιάρ είδε αμέσως τα δύο παιδιά. Αλλά όχι το φως. Παραξενεύτηκε, όπως και οι κατώτεροί του. Οι ενδείξεις έρχονταν από αυτό το χώρο.
Ζήτησε ξανά επιβεβαίωση.
Η καταφατική απάντηση ήρθε δευτερόλεπτα αργότερα.
Οι μικροί άνθρωποι, είπε ένας από τους κατώτερους. Αυτοί είναι το φως.

Ο ανώτερος διέταξε, Σκοτώστε αυτούς τους μικρούς ανθρώπους.

Οι δύο κατώτεροι τον προσπέρασαν. Πλησίασαν τα ακίνητα και αγκαλιασμένα παιδιά, που έμοιαζαν υπνωτισμένα.
Και τότε ο Κώστας και η Μαρία στράφηκαν προς τους Βενιάρ. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα. Αυτό πρόλαβαν να δουν οι Βενιάρ. Μετά δύο ακτίνες εκτοξεύτηκαν και τους εξαΰλωσαν.
Ο ανώτερος έμεινε στητός, χωρίς να κουνηθεί. Είδε τα παιδιά να σηκώνονται και να τον πλησιάζουν. Ήξερε τι θα μπορούσαν να του κάνουν.
Τα παιδιά είπαν: «Σβήσιμο του φωτός δεν θα δοκιμασθεί».
Ο ανώτερος γύρισε και έφυγε. Οι άλλοι τέσσερις τον ακολούθησαν. Όπως και κάθε Βενιάρ που είχε έρθει στη Γη.
Μετά από ένα λεπτό, η Χριστίνα ήρθε στο δωμάτιο, λέγοντας «Παιδιά, όλα καλά;» Είδε τον Κώστα και τη Μαρία ξαπλωμένους. Χαμογέλασε. Το Χνούδι και το Πειραχτήρι κοιμούνται. Πόσο πολύ ήθελε να τα αγκαλιάσει ξανά και ξανά.
Τόσο πολύ που έφυγε χωρίς να προσέξει τα σπασμένα γυαλιά.