Άλλη μια βραδιά, ένα τελευταίο νυχτέρι και μετά θα ήταν επιτέλους ελεύθερη. Πέντε χρόνια τώρα η Ζωή δούλευε μέρα νύχτα. Έπρεπε να ξεπληρώσει το χρέος. Το πτυχίο της νοσηλευτικής το μόνο που της είχε εξασφαλίσει ήταν ευκαιρίες ως αποκλειστική νοσοκόμα δίπλα σε κάποιο γεροντάκι, κι ενίοτε αν ήταν τυχερή δίπλα σε κάποιο νέο άνθρωπο. Πού έφτασε… Να θεωρεί τύχη να βλέπει νέο άνθρωπο έστω και στο κρεβάτι του πόνου. Πού την είχε φτάσει αυτή και οι θυσίες της… Αυτή. Η ζωοδότρα Μάνα, η δεσμοφύλακάς της.

Δεν ήταν κακή μάνα. Χειριστική ήταν. Θες από φόβο σαν χήρεψε, θες ήταν του χαρακτήρα της, τι σημασία είχε; Η Ζωή είχε φτάσει 34 ετών, όχι για να το συνειδητοποιήσει – αλίμονο αυτό το είχε καταλάβει χρόνια τώρα –  αλλά για να αποφασίσει να αποτινάξει από πάνω της το μητρικό ζυγό, να σηκώσει επιτέλους κεφάλι, να πάψει να ζει υποταγμένη και «φόρου» υποτελής σε κείνη που την γέννησε.

Το είχε σκεφτεί καλά. Θα μπορούσε απλά να φύγει από το σπίτι, αλλά ήταν αυτό ικανή απόσταση ασφαλείας; Όχι, έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα και μάλιστα απροειδοποίητα. Ήξερε πως αν της αποκάλυπτε τα σχέδιά της θα επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή, όπως κάθε φορά που τολμούσε να διεκδικήσει τα «θέλω» της. Και πού θα μ’ αφήσεις μόνη; Θα παρατήσεις εμένα που σε ανάθρεψα για μια υποτροφία στην Μελβούρνη; Αχ Κώστα μου που είσαι να καμαρώσεις την κόρη σου. Εσύ που είχες εχθρό σου την αχαριστία και φίλη την ευγνωμοσύνη στα γονικά σου;

Κάπως έτσι, μεταξύ συναισθηματικών εκβιασμών και υστερικών δακρύων, έχανε ευκαιρίες, άλλοτε ανάσας κι άλλοτε ζωής. Δεν ξεκίνησε ποτέ τις σπουδές της στην ιατρική γιατί τάχα τα Γιάννενα ήταν μακριά και δεν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν οικονομικά. Δεν ακολούθησε ποτέ τον Κυριάκο στη Ρόδο, που έκρυβε με νύχια και με δόντια μέχρι που ήρθε η μετάθεσή. Άκου στρατιωτικός! Να πηγαίνεις από εδώ κι από εκεί. Αχ πού΄σαι Κώστα μου να δεις που κατάντησε η κόρη σου. Υπηρετικό προσωπικό σε γαλονά. Κι εμένα βρε άπονη που μάτωσαν τα γόνατα μου για να μη σου λείψει τίποτα, για να σε κάνω σωστό άνθρωπο, πού θα με αφήσεις την έρμη; Ποιος θα μου δώσει εμένα ένα ποτήρι νερό; Ποιος θα μου κλείσει τα μάτια;

Ναι, το ήξερε πως η μάνα της ήταν χειριστική. Της είχε πάρει πολλές ώρες κρυφής ψυχανάλυσης για να συνειδητοποιήσει πως οι ώρες σιωπής στο καρεκλάκι, πλάι στο ψυγείο, ήταν ένας τρόπος να αναγκαστεί να υπακούσει τη μάνα, να πειθαρχήσει, ταπεινωμένη και ανυπεράσπιστη.

Κάτσε εδώ και σκέψου. Θέλεις να με στενοχωρήσεις και να μην σ’ αγαπάω; Εσύ που είσαι τόσο καλό παιδί και φιλότιμο;

Χρειάστηκαν ακόμα περισσότερες ώρες για να πάψει να αμφισβητεί τα δικά της «θέλω», να πάψει να φοβάται μη κάνει λάθος και να εμπιστευτεί επιτέλους τη δική της κρίση, τις δικές της επιλογές, τον εαυτό της. Σάμπως μπορούσε να κάνει αλλιώς; Παιδί ήταν. Πώς να αντιδράσει; Πού να πει τα παράπονά της; Σε ποια αγκαλιά να κλάψει;

Στο καρεκλάκι δεν είχε ποτέ σκεφτεί τίποτα από όλα όσα νόμιζε η Μητέρα πως σκεφτόταν. Το μυαλό της έτρεχε σε πολύχρωμες εικόνες βιβλίων κι άλλοτε έπλαθε ιστορίες με το μυαλό της με μαμάδες που χαμογελούσαν και δεν χαλούσαν χατίρια. Και σαν το σώμα της πιανόταν από την τιμωρητική ακινησία, κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι και η Μητέρα χαμογελούσε περήφανα με τη νίκη της.  Και τα χρόνια περνούσαν με κείνη παγιδευμένη και καθισμένη σε ένα καρεκλάκι που έγινε καρέκλα.

Κάτσε να μιλήσουμε. Η επιλογή σου είναι λάθος. Η μανούλα που σ’ αγαπά όσο κανείς ξέρει ποιο είναι το καλό σου.

Και ο μονόλογος της ταλαιπωρημένης Μάνας, που θυσιάστηκε για το παιδί της, άρχιζε και τέλειωνε μονάχα όταν η Ζωή παρέδιδε τα όπλα. Όσα δάκρυα κι αν γέμιζαν τα μάτια της, όσο κι αν παρακαλούσε, η Μάνα ήξερε, η Μάνα ήταν σωστή. Η Ζωή όχι.

————-

Η Ζωή έβαλε το κλειδί στην πόρτα κι οπλίστηκε με θάρρος. Στο μυαλό της ηχούσαν οι φράσεις που μήνες έκανε πρόβα μπροστά στον καθρέφτη. Δεν φοβάμαι. Δεν ΣΕ φοβάμαι. 

Η μάνα, όπως πάντα, την περίμενε καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας μπροστά σε δύο κούπες ζεστό αχνιστό καφέ.

– Καλώς την. Άργησες. Ήμουν έτοιμη να πάρω στο νοσοκομείο να δω αν είσαι καλά. Έπρεπε να τηλεφωνήσεις.
– Μητέρα στο έχω πει. Όταν βρέχει έχει κίνηση στο δρόμο.
– Όταν θα γίνεις μάνα θα καταλάβεις. Θες να με πεθάνεις πριν την ώρα μου κι εμένα;

Η Ζωή κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της και πέντε λεπτά μετά βγήκε κρατώντας ένα μικρό μαύρο σακίδιο. Είχε μια ώρα στη διάθεσή της μέχρι να έρθει το ταξί.

– Πού πας; Δεν θυμάμαι να με έχεις ενημερώσει σχετικά.
– Ήρθε η ώρα Μητέρα. Ήρθε η ώρα να γίνω ο Εαυτός μου.
– Τι λες;
– Φεύγω Μητέρα. Εδώ είναι η κάρτα του δικηγόρου μου. Για αρχή θα επικοινωνείς μόνο μαζί του. Το ενοίκιο είναι πληρωμένο για ένα χρόνο.
– Δεν καταλαβαίν-
.
– Κι εδώ είναι ένας λογαριασμός στο όνομά σου. Έχω καταθέσει τόσα χρήματα, όσα ξόδεψες για μένα από τη μέρα που πέθανε ο μπαμπάς. Σου ξεπληρώνω το χρέος Μητέρα. Αγοράζω την ελευθερία μου. ΔΕΝ ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΩ τίποτα πλέον. ΞΟΦΛΗΣΑΜΕ!!!
– Ζωή τι έπαθ-.
– Κάτσε κάτω Μητέρα. Τώρα μιλάω εγώ. Ξέρω πως με αγαπάς με τον τρόπο σου και πως μετά από ώριμη σκέψη θα καταλάβεις. Βαρέθηκα τη φυλακή σου. Βαρέθηκα τις θυσίες σου. Το κήρυγμά σου και την καθημερινή λογοδοσία. Είσαι μητέρα μου, αλλά δεν θα καταδικαστώ γιατί μόχθησες να με μεγαλώσεις. Εσύ χήρεψες κι εγώ ορφάνεψα. Δεν με κάνει λιγότερο άτυχη και χτυπημένη από τη μοίρα. Θέλω να κάνω λάθη. Θέλω να ζήσω φωναχτά, να ερωτευτώ, χωρίς να κοιτώ τους δείκτες του ρολογιού, χωρίς να μετρώ αναπάντητες κλήσεις. Θέλω να τρέξω κάτω από τη βροχή και να καώ κάτω από τον ήλιο.
– Δεν αισθάνομαι καλ-

– Μια χαρά είσαι. Έχω μιλήσει με τη γιατρό σου. Και με την θεία επίσης, που εσύ εντέχνως φρόντισες τόσα χρόνια να μη γνωρίσω, και τον ιατροδικαστή που εξέτασε τη σορό του μπαμπά. Δεν φταίω εγώ Μητέρα που πέθανε. Η καρδιά του τον πρόδωσε γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με την καρδιά του από παιδί. Ανακοπή δεν έπαθε εξαιτίας μου. Έτυχε Μητέρα. Δεν έφταιγα εγώ.
– Ώστε έτσι; Με παρατάς και φεύγεις ε; Αυτό είναι το ευχαριστώ;
– Έχεις δίκιο Μητέρα. Σ’ ευχαριστώ που με γέννησες και με μεγάλωσες σαν κούκλα. Ή να πω καλύτερα σαν μαριονέτα; Σ’ ευχαριστώ που με έμαθες να φαίνομαι η ιδανική κόρη που οφείλει να ζει όπως επιθυμεί η ιδανική χήρα. Που με έμαθες να φοβάμαι, να επιστρατεύω ψέματα και να κρύβομαι κάθε φορά που ήθελα να κάνω κάτι με το οποίο διαφωνούσες. Καμάρωσέ με Μητέρα. Καλά δεν τα κατάφερα; Έμαθα να είμαι τόσο καλή ψεύτρα που πέντε χρόνια τώρα δεν πήρες είδηση τι σχεδίαζα, όσο εσύ νόμιζες πως έχω υποκύψει στις προσδοκίες σου. Είδες; Δεν είμαι αχάριστη. Αλλά ξέρεις κάτι Μητέρα; Βαρέθηκα. Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο δίχως όνειρα. Θέλω να ζήσω χωρίς ψέματα και φόβο, να ζήσω με πάθη και λάθη, όπως ΕΓΩ επιθυμώ. Να πετάξω ελεύθερη, χωρίς να μου ψαλιδίζεις τα φτερά… Είσαι ως εδώ Μητέρα. Είναι η σειρά σου να κάτσεις στην καρέκλα και να σκεφτείς, όπως καθόμουν εγώ τόσα χρόνια. Αν με αγαπάς είμαι βέβαιη πως θα πάρεις τη σωστή απόφαση γιατί ξέρεις ποιο είναι το καλό μου. Σκέψου τι θα έλεγε άλλωστε και ο πατέρας αν ήταν εδώ βλέποντάς σε να κάνεις την αγάπη φυλακή… Δεν είμαι πια το φοβισμένο παιδί που σου χρωστά τη ζωή του.
– Ζωή…

– Εις το επανιδείν Μητέρα. Δηλαδή ίσως, αν αποδεχτείς να είσαι μέρος της ζωής μου απλά και όχι η ζωή μου… Είμαι ελεύθερη Μητέρα…

Η Ζωή άφησε τα κλειδιά της στο τραπέζι κι έφυγε. Πριν κλείσει την πόρτα της φάνηκε πως είδε τη μάνα να της κουνά ξεψυχισμένα και δειλά το χέρι… Μπορεί και όχι…