Να λοιπόν, που εγώ που δεν έπινα ποτέ μιλάω τώρα σε ένα ποτήρι και τσουγκρίζω στην υγειά σου. Να είσαι καλά, γερός και δυνατός, δεν το λέω ειρωνικά, το εύχομαι ολόψυχα. Και προσπαθώ να σε συγχωρέσω για να πάω παρακάτω. Προσπαθώ να διαγράψω πίκρα και θυμό και σκληρές κουβέντες και δεν εύχομαι άλλο το κακό σου. Κι ας μου φέρθηκες σαν να ήμουν ο χειρότερος εχθρός σου, φταίνε δύο λέει, για έναν χωρισμό.

Φοβόμουν ανέκαθεν τη μοναξιά και με έπεισες πως θα ήσουν μόνιμος συνοδοιπόρος, μα την πλήρωσα με θάλασσες δάκρυα αυτή τη συντροφιά σου, σαν εισιτήριο που έπρεπε να κόψω για να τολμήσω να ονειρεύομαι στο πλάι σου. Και με κοιτάω στον καθρέφτη, ένα άγαλμα πια το πρόσωπο μου. Στέγνωσαν τα δάκρυα που έτρεχαν βροχή μα έμειναν στο δέρμα μου σκαμμένοι δρόμοι, θλιβερά μονοπάτια συντροφευμένης μοναξιάς, βήματα μαζί και μοναχά, δυο ξένοι πια στο ίδιο σπίτι.

Δεν το τελειώνεις εσύ, από δειλία, από συμφέρον; Τραβάς αυτό το μαρτύριο και μας ματώνεις και τους δυο, δεν παίζω άλλο σ’ αυτή τη ρώσικη ρουλέτα. Σηκώνω ανάστημα και διαγράφω σαν να μην υπήρξες πια ποτέ, σαν να μην υπήρξαμε μαζί, σαν ποτέ να μη χτύπησε καρδιά στο ίδιο σώμα. Και δεν πονάει περισσότερο αυτό, από το να σε περιμένω να γυρίσεις, να διαβάζω στα μάτια σου αποστροφή και να είναι πικρές όλες οι μπουκιές στο στόμα.

Δεν με αναγνωρίζεις πια; Εσύ με μετέτρεψες σε πέτρα, αφού πρώτα με έκανες γυαλί, διάφανη για σένα. Και νόμιζα πως θα με προστατέψεις έτσι όπως αφέθηκα στα χέρια σου να φυσήξεις μέσα μου πνοή, να γίνω κρύσταλλο εύθραυστο στα δάχτυλα σου. Βαρέθηκες γρήγορα αυτό σου το παιχνίδι. Στο πάτωμα θρύψαλα όλη μου η ζωή, πως να με μαζέψω, πως να με φτιάξω; Κι ότι κατάφερα, δεν είναι πια κομψό, δεν είναι πλέον προσιτό, ένα βραχάκι είμαι εκεί που σκάει το κύμα.

Δεν θα κοιτάξω πίσω πια ποτέ ξανά, δεν είμαι φτιαγμένη εγώ από σιλικόνη. Μια φορά μπορείς να σπάσεις έναν άνθρωπο, ένα κορμί, ένα μυαλό, μετά τι περιμένεις; Να ξανακολλήσει;

Φέρνω το ποτήρι μου στο στόμα, άλλη μια γουλιά, κοίτα με, με αναγνωρίζεις; Εγώ που δεν έπινα ποτέ, τώρα τραγουδάω και γλεντάω την φυγή μου. Μήπως φευγάτη δεν ήμουν εξ αρχής, προδιαγεγραμμένη μου την είχες την πορεία. Μα ήμουν ανόητη και δειλή, δεν θέλησα να δω την όμορφη παγίδα. Και όλα τα όνειρα, τα φιλιά, οι υποσχέσεις και η αγάπη, με μολυβάκι ήταν αχνογραμμένα, ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΥΛΟ  ΕΓΩ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΩ ΠΕΡΑ ΩΣ ΠΕΡΑ!

 

Το πρόσωπο μου έχω κρύψει με καπνό,
σε ένα ποτήρι πόσες λύπες να χωρέσω
στα δυο σου χέρια τη ζωή μου είπες να δέσω
και μ’άφησες να πέσω.

Το πρόσωπο μου παγωμένο και νεκρό
σαν πέτρα που έμαθε τα δάκρυα να στεγνώνει
απόψε ο έρωτας αφήνει το τιμόνι
και ‘γώ βαδίζω μόνη.

Ποιος ουρανός, να μας χωρέσει και τους δυο
ήρθε ο καιρός να κάνω κάτι πια και ‘γώ.

Τραβάω λοιπόν σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή
σβήνω μια αγάπη που ‘χε λάθος διαδρομή
αφού το θες ας είν’ αυτή η πιο μεγάλη μας στιγμή.

Τραβάω λοιπόν σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή
σβήνω μια αγάπη που ‘χε λάθος διαδρομή
αφού το θες ας είν’ αυτή η πιο μεγάλη μας στιγμή.

Το πρόσωπο μου ένα παράθυρο κλειστό
λιωμένο σίδερο το σώμα όπου κι αν πιάσω
εσύ που μ‘ έκανες γυαλί να μη σκουριάσω
γιατί ζητάς να σπάσω.

Το πρόσωπο μου ένα μπαλκόνι σκοτεινό
που εσύ δε τόλμησες ποτέ σου να κοιτάξεις
μόλις θα φύγω τ’ άγγιγμα μου να μη ψάξεις
μη με φωνάξεις.

Ποιος ουρανός, να μας χωρέσει και τους δυο
ήρθε ο καιρός να κάνω κάτι πια και ‘γώ.

Τραβάω λοιπόν σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή
σβήνω μια αγάπη που ‘χε λάθος διαδρομή
αφού το θες ας είν’ αυτή η πιο μεγάλη μας στιγμή.

Τραβάω λοιπόν σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή
σβήνω μια αγάπη που ‘χε λάθος διαδρομή
αφού το θες ας είν’ αυτή η πιο μεγάλη μας στιγμή.

 

 

Κόκκινο Κρασί