Με λένε Ρούσα και δεν είμαι καλά. Τα περιστέρια φταίνε.

Φιλόζωη είμαι, ζωάκι κι εγώ, αλλά μη μ΄ εκμεταλλεύεσαι ρε κύριε Περιστέρη. Έκανα υπομονή με τα χεσίματά σου και μ’ αυτά της συμβίας σου. Κάθε μέρα η βεράντα μου κάτω από το μπαλκόνι «σου» μες το χεσίδι. Εκείνη η συγκεκριμένη γωνίτσα της βεράντας που έχω το μαρμάρινο τραπεζάκι μου που κουβάλησα ασθμαίνοντας από τα παλιατζίδικα στο Μοναστηράκι. Που το έτριψα και το άσπρισα και το γυάλισα και το έκανα κούκλα. Έχω αδυναμία στο τραπεζάκι μου ρε! Του έβαλα και δύο πολυθρονίτσες μαντεμένιες και το θέλω να κάθομαι να απολαμβάνω τον καφέ μου στη φύση. Εσύ μπορείς και πετάς παντού. Εγώ αυτή τη γωνίτσα έχω για να γουστάρω. Κι εσύ πας και το χέζεις δηλαδή ρε καθίκι; Και χέζεις και τις πολυθρόνες μου. Χέζεις και γύρω γύρω στο πάτωμα, στα μαρμάρινα κάγκελα, στα μαλλιά μου ρε!

Σταμάτησα να πίνω καφέ. Κάθε μέρα δως του ζεστά νερά και χλωρίνες και βούρτσες για τρίψιμο. Δηλαδή τι δεν καταλαβαίνεις; Αν ήσουν άνθρωπος θα σ’ άφηνα να κάνεις κατάληψη στο μπαλκόνι μου και να με χέζεις κι από πάνω; Για σένα το έκανα με χαρά. Ήρθα στο μπαλκονάκι να δω και κατασυγκινήθηκα. Είχες φέρει κλαράκια και είχες κάνει φωλίτσα! Ωωωωω… Γούτσου. Είχε και αυγουλάκια μέσα! Διπλό γούτσου. Εσύ κι η συμβία στεκόσαστε από πάνω, προστατευτικά και έφυγα ακροπατώντας για να μη σας τρομάξω. Μετά η συμβία κάθισε πάνω στα αυγουλάκια. Δεν ανέβηκα ξανά στο μπαλκονάκι, για να μην σας ενοχλήσω, μέχρι που η περιέργεια νίκησε και τι να δω; Τα αυγουλάκια είχαν γίνει περιστεράκια ευσεβούς μεγέθους! Έκανα πάλι υπομονή. Άντε, θα μεγαλώσουν και θα φύγουν, είπα. Αμ δε! Δεν υπολόγισα το θράσος σου κύριε Περιστέρη. Δεν υπολόγισα ότι εσύ ήσουν εδώ πριν από μένα και το τσαρδί το έβλεπες για δικό σου. Πέντε γίνατε! Εντάξει ρε φίλε, δικό σου, αλλά μη με χέζεις σαν άλογο ρε αλήτη! Μια αμοιβαία συμπάθεια κι ένα σεβασμό στην συγκατοίκηση μας ζητάω. Συνεχίσατε να χέζετε! Και οι πέντε σας!

Έβαλα σε ενέργεια τα μεγάλα μέσα. Σκαρφάλωσα, με κίνδυνο προς την αρτιμέλειά μου, μέσα στο μπαλκονάκι-ζαρντινιέρα από το παράθυρο μια μέρα που λείπατε, γιατί μόνο από το παράθυρο έχω πρόσβαση εγώ, η ποταπή ιδιοκτήτρια του τσαρδιού σου. Το σκούπισα και σε κάθε αναπνοή με έπιανε αναγούλα. Το έπλυνα, το έλαμψα. Έστρωσα και μαύρο πλαστικό που αντανακλά για να σε αποθαρρύνω από αυτή την συγκατοίκηση πλέον. Να σου δείξω, διακριτικά πάντα, ότι η ανεκτικότητα μου τελείωσε και δε σε θέλω ρε φίλε! Σε τελική ανάλυση τόσα δέντρα ακριβώς δίπλα στο μπαλκονάκι. Τόσα άλλα, φαρδιά μπαλκόνια που κρέμονται πάνω από κήπο και κανέναν δεν τον κόφτει αν χέζεις. Ούτε καν κατοικούνται εκείνα τα μπαλκόνια, θα έχεις και την ησυχία σου δεν θα σε βλέπει κανένας τι κάνεις με τη συμβία και την φαμίλια. Τίποτα εσύ ρε αχάριστε, που αν έχεις παιδιά σήμερα σε μένα το χρωστάς που δεν τα έκανα ομελέτα! Την ψυλλιάστηκες τη δουλειά με το μαύρο πλαστικό, ότι δεν αποτελεί πραγματικό κίνδυνο και τσούκου τσούκου, βόηθησε και ο αέρας, το έκανες πέρα. Ένα κουβάρι το έκανες και σκατό στο σκατό έγινε ένα βουνό στο τοπίο του χεσιδιού σου. Κρεμάστηκα με το κεφάλι κάτω, στο ζαρντινιερομπαλκόνι, το μάζεψα το πλαστικό-γλυπτό-από-τα-σκατά-σου-τώρα, τα λαγόνια μου να ξεσκίζονται πάνω στα σίδερα ασφαλείας και στις ράγες των παντζουριών, μου ήρθε το αίμα στο κεφάλι και μ’ έπιασε το αυχενικό μου. Σε απόσταση ασφαλείας, ΜΕΣΑ από το παράθυρο, με κρατούσε από τις πατούσες η κοπέλα που ήρθε να καθαρίσει αλλά αυτό το μπαλκόνι δεν το πλησίαζε με τίποτα. Δεν έχω βυτιοφόρο «Ο Φαταούλας- Εκκενώσεις Βόθρων» κυρά μου, μου είπε. Σωστή. Δεν πληρώνεται αρκετά για τέτοια δουλειά. Ενώ εγώ ε;

Πέρασαν κανα-δυό μήνες και με απασχολούσες. Πολύ. Με απασχολούσε αυτή η σχέση που χτίσαμε με το σκατό σου. Πήγα σε φυτώριο να δω τις λύσεις που πρότειναν για το πρόβλημά σου, γιατί δεν είμαι εγώ η άκαρδη κύριε Περιστέρη. Όλοι έχουν πρόβλημα μαζί σου. Με τέτοια συμπεριφορά κανένας δε σε θέλει, τι δεν κατάλαβες; Δεν σε θέλουν τόσοι πολλοί που βιομήχανοι έχουν ασχοληθεί με τρόπους να σου κάνουν έξωση και έμποροι πουλάνε τους τρόπους και βγάζουν φράγκα. Είδα λοιπόν κάτι πλαστικά όργανα βασανιστηρίων, που τα κολλάς υποτίθεται στο παραπέτο, με αιχμές προς τα επάνω και με παρέπεμψαν σε ανασκολοπισμό, στον Ιβάν τον Τρομερό και στον κακομοίρη τον δικό μας, τον Αθανάσιο ντε. Τα απέρριψα, δεν ξέρω δεν μου κάθισαν καλά, αν μου επιτρέπεις το λογοπαίγνιο. Βρήκα όμως μια κορδέλα σε ρολό γύρω στα πενήντα μέτρα, ειδική λεει, ασημένια από τη μια μεριά και χρυσή από την άλλη, στους πέντε πόντους φάρδος. Την πήρα. Με αμφιβολία, αλλά την πήρα. Πήρα και ειδική αυτοκόλλητη ταινία, τουλάχιστον μου φάνηκε ειδική, δεν ξέρω άδικα λεφτά έδωσα, δεν την χρησιμοποίησα.

Πέρασαν κι άλλοι μήνες, το σκεφτόμουν το κρέμασμα από το παντζούρι πάλι, είχα δώσει και λεφτά στους φυσικοθεραπευτές για το αυχενικό, σιχτίριζα την τύχη μου να σ’ έχω εκεί του στυλ «δεν σε θέλουν στο χωριό – καλόγερος θα γίνω».

Προχτές άνοιξα τα παντζούρια στην βεράντα, χαρά θεού η μέρα, πήρα το καφεδάκι μου και πήγα να κάτσω στο μαρμάρινο τραπεζάκι μου η ανόητη. Η μάχη του Δράμαλη είχε γίνει. Τα πάντα όμως ήταν σκεπασμένα με ότι είχες σαβουρώσει επί τουλάχιστον δέκα μέρες. Και τα παιδιά σου είχαν διάρροια, ναι. Και η συμβία πρέπει να μην είχε όρεξη για τρελίτσες και υποκρίθηκε ότι είχε χαλασμένη κοιλίτσα. Υποκρίθηκε με μεγάλη επιτυχία. Ακτορς στούντιο περφόρμανς επιτυχία. Πάνω ακριβώς από τη δική μου γωνιά. Φίλε μου, το ομολογώ. Εκείνη τη στιγμή αν είχα καραμπίνα με λέιζερ θα σε είχα κάνει σουρωτήρι. Είμαι και καλή στο σημάδι, γιατί εμένα που με βλέπεις έχω κάνει σκοποβολή με αυτά τα πιάτα που τα λένε κλέυ πίτζον. Ξέρεις τι σημαίνει κλέυ πίτζον; Σημαίνει πήλινο ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ. Φαντάσου, μέχρι και οι Άγγλοι, ευγενείς άνθρωποι, έχουν δώσει το όνομά σου στους στόχους σκοποβολής! Μετά φταίει ο φονιάς;

Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά, όσο γρήγορα μου επέτρεπε το αυχενικό, βούτηξα το ασημοχρυσό ρολό και επιδόθηκα στον εξορκισμό σου. Έδεσα ασημόχρυσες κορδέλες παντού. Το έκανα το μπαλκόνι, και το διπλανό μπαλκόνι, και τα παντζούρια που βλέπουν στο τσαρδί σου, σούργελο, καραγκιόζη. Κορδέλες χρυσές και ασημιές να πετάνε στο αεράκι, θρου-θρου-θρου να κάνουν θόρυβο γλυκό και ευπρόσδεκτο, καρνάβαλος το σπίτι αλλά θα γλίτωνα! Το είδα ότι θα γλίτωνα. Απλή, απλοϊκή ακόμα, η λύση αλλά αποδοτική! Κατέβηκα κάτω και θαύμαζα την πρόσοψη του τέως καλαίσθητου και νυν καρνάβαλου σπιτιού μου και αισθανόμουν μια αγαλλίαση, μια κάθαρση θα μπορούσες να το πεις.

Εχτές με την τσίμπλα στο μάτι, άνοιξα τα παντζούρια στη βεράντα, όπου θαύμα θαυμάτων, ούτε ίχνος από την αναίδεια και το θράσος που σε χαρακτηρίζει. Καθαρή βεράντα για πρώτη φορά στα χρονικά! Παναγιά μου τι δώρο ήταν αυτή η κορδέλα! Γιατί σίγουρα μόνο η Παναγία με λυπήθηκε και μου την έστειλε. Πέρασα όλη τη μέρα μέσα στην ευδαιμονία. Σε είχα νικήσει, κύριος. Πήρες το τσούρμο σου και πήγες σε άλλη παραλία, πεύκο, μπαλκόνι τι με νοιάζει εμένα, εγώ ΓΛΙΤΩΣΑ!

Σήμερα ξημέρωσε πάλι μια γλυκύτατη μέρα. Τεντώθηκα, σηκώθηκα, είχε αρχίσει να μου περνάει και το αυχενικό, πήρα το καφεδάκι μου και βγήκα στη γωνίτσα μου. Δεν ήπια καφέ. Χώθηκα στο ίντερνετ να βρω μεσίτες. Μετακομίζω. Ναι. Κι εσύ μετακόμισες κύριε Περιστέρη. Στα κεραμίδια αυτά που προεξέχουν πάνω από το μπαλκονοζαρντινιεράκι και που επιτρέπουν στις ριπές σου να κάνουν καλύτερο σπλατ στο κεφάλι μου.