Κάθομαι εκεί στον ανήλιαγο διάδρομο, με έντονη τη μυρωδιά των απολυμαντικών και των φαρμάκων. Αυτή τη μυρωδιά που όποτε διαπερνά τους πνεύμονές μου, ανατριχιάζω ολόκληρη. Δίπλα μου οι δικοί μου άνθρωποι παρατεταγμένοι στη σειρά, ο ένας δίπλα στον άλλον, όλοι με τα κεφάλια σκυφτά και με βλέμμα χαμένο. Όλοι μαζί και ο καθένας μόνος του. Χαμένοι ο καθένας στις δικές του σκέψεις. Τι θα γίνει τώρα; Πότε θα τελειώσει το χειρουργείο; Τι νέα θα μας πουν οι γιατροί; Θα γίνει καλά; Περιμένω ν’ ανοίξει αυτή η τεράστια διπλή πόρτα και να ακούσω μόνο μία κουβέντα: όλα πήγαν καλά!

Οι σκέψεις στο μυαλό μου δεν μ’ αφήνουν να ησυχάσω. Φωνάζουν δυνατά, ουρλιάζουν σχεδόν! Τα χείλη όμως δεν ανταποκρίνονται, δεν συνεργάζονται, δεν συμμετέχουν. Μένουν βουβά να κάνουν παρέα στα άδεια μάτια που κοιτούν το πάτωμα.

Ένα «γιατί» τριγυρίζει στο μυαλό μου συνέχεια. Γιατί να συμβεί αυτό; Τί θα μπορούσε να είχε γίνει αλλιώς, να μην είχε έρθει αυτή η μοιραία στιγμή;
Προσπαθώ να θυμηθώ. Τι έκανα την ώρα που τα άσχημα νέα έφτασαν; Πού ήμουν; Α ναι! Προσπαθούσα να τελειώσω με αυτήν την αξιολόγηση που παλεύω μέρες τώρα. Που μου ρουφούσε όλο τον χρόνο και όλες τις δυνάμεις μου. Που εξαιτίας της έφευγα νωρίς από το σπίτι και επέστρεφα αργά, σχεδόν νύχτα. Χωρίς δυνάμεις, χωρίς μυαλό καθαρό, χωρίς όρεξη ν’ ακούσω κανένα νέο της οικογένειάς μου. Και όμως τα παιδιά ήταν πάντα εκεί, να με περιμένουν, να με καλωσορίσουν, να μου γλυκομιλήσουν, να μου πουν τα νέα τους. Τους είχα υποσχεθεί ότι μόλις τελειώσω με την αξιολόγηση, θα πάμε διήμερη εκδρομή. Θα τους αφιέρωνα δύο ολόκληρες μέρες αποκλειστικότητας. Χωρίς να μας ενοχλεί κανείς. Δύο μέρες δικές μας και δικές τους!

Όλα γυρνάνε κουβάρι στο μυαλό μου! Προσπαθώ να θυμηθώ, να καταλάβω τι έφταιξε, τι πήγε στραβά! Έλειπα από κοντά τους τον τελευταίο καιρό, έλειπα από τις ζωές τους. Δεν ήμουν δίπλα τους όπως έπρεπε. Εχθές το βράδυ ο μεγάλος είχε προσπαθήσει να μου πει ότι κάτι του συνέβαινε, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στο σχολείο. Εχθές, που με είχαν εγκαταλείψει όλες οι δυνάμεις μου ψυχικές και σωματικές. Αργότερα, του αποκρίθηκα. Αλλά το αργότερα δεν ήρθε ποτέ! Εκείνη η παρέα των μεγαλύτερων παιδιών, διαρκώς τον ενοχλούσε. Αρκετές φορές το είχαμε συζητήσει παλιότερα, αλλά τελευταία είχε σταματήσει μου μιλάει γι’ αυτό, σαν να είχαν εξαφανιστεί τα προβλήματα του. Ίσως έπιασε τόπο η συζήτηση που έκανα με την διευθύντρια του σχολείου, σκέφτηκα. Δεν ήξερα.

Η σημερινή μας μέρα ξεκίνησε τυπικά. Μηχανικά όπως σχεδόν όλες οι προηγούμενες. Κανονική φωτοτυπία. Τίποτα δεν προμήνυε το κακό που θα συνέβαινε.
Ήμουν στο γραφείο, προσπαθούσα να τελειώσω την αξιολόγηση, πνιγμένη στις σκέψεις μου, όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο και με ξύπνησε από τη λήθη μου. «Η κυρία Μ.; Η διευθύντρια του σχολείου είμαι. Συνέβη κάτι άσχημο στον γιό σας, τον πήρε το ασθενοφόρο. Πάει κατευθείαν στο νοσοκομείο. Η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή!»
Ξεκαθάρισμα λογαριασμών, είπε, με εκείνη την παρέα. Ξεκαθάρισμα για μία κουβέντα που ακούστηκε, για ένα στραβό βλέμμα, για κάτι ανούσιο στην πραγματικότητα, που στα παιδιά όμως φαντάζει τεράστιο!

Έκλεισαν ραντεβού μετά το τέλος του σχολείου, πίσω από μία παλιά αποθήκη. Για συζήτηση είπαν στην αρχή. Του την είχαν στημένη όμως. Μόλις εμφανίστηκε, κάτι φώναξαν, έτρεξαν κατά πάνω του και ο πρώτος κάρφωσε τον σουγιά στην κοιλιά του…

Έχουν πάθει ζημιά ζωτικά όργανα, είπαν οι γιατροί. Το χειρουργείο θα είναι μεγάλο και δύσκολο. Η κατάσταση της υγείας του είναι πολύ κρίσιμη.
Ξαφνικά ακούω βήματα και οι σκέψεις μου φεύγουν. Επανέρχομαι στο παρόν, σ’ αυτόν τον ανήλιαγο διάδρομο, όπου η αναμονή φαντάζει αιώνια! Η τεράστια διπλή πόρτα ανοίγει διάπλατα. Μία νοσοκόμα μας ενημερώνει ότι το χειρουργείο τελείωσε, όλα πήγαν καλά και σε λίγο θα μεταφερθεί στο δωμάτιο ανάρρωσης.

Βαθιές αναπνοές ανακούφισης ακούγονται και κλάματα χαράς γεμίζουν τα μάτια μου!

Στο υπόσχομαι, μόλις βγεις από εδώ, θα πάμε εκείνη την εκδρομή που λέγαμε, θα σου κρατάω το χέρι και δεν θα σε αφήσω ποτέ, θα είμαι συνέχεια δίπλα σου, δίπλα σας! Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή!

 

Ε.Τ.