Τον παππού Γιώργο τον γνώρισα τυχαία στο δρόμο, σε μια βόλτα με τον συνονόματο εγγονό του. Νομίζω και να μην με είχαν πει ότι ήταν παππούς του θα το είχα καταλάβει. Ίδιο μπόι, 1,90 ο δεκαεπτάχρονος 1,90 και ο εβδομηντάχρονος. Τα ίδια σκούρα πράσινα μάτια, το ίδιο τετράγωνο σαγόνι.

Εντάξει στην αρχή ο παππούς Γιώργος μου είχε φανεί περίεργο τυπάκι, γιατί με κοιτούσε σαν να έβλεπε πεθαμένο, (πόσο δίκιο είχα…) παρόλο που τότε τα μαλλιά μου ήταν το φυσικό, βαρετό καστανό τους. Συνήθως ο κόσμος με κοιτάει για το χρώμα στο μαλλί, ΝΕΤΙ; Οπότε και εγώ ήμουν τυπικά ευγενική και τέλος.

Τον παππού Γιώργο τον ξανά είδα ένα απόγευμα στο σπίτι του εγγονού που είχε φέρει και κάτι σοκολατάκια κόλαση! Τότε ακόμα έπεφτα στη σοκολάτα σαν να μην υπάρχει αύριο. Κάτι η ευγένεια, κάτι που ο παππούς είχε χαβά, κάτι τα σοκολατάκια, αντί να κλειστούμε στο δωμάτιο σαν όλους τους νορμάλ εφήβους, είχαμε κάτσει μαζί με όλη τη φαμίλια στο σαλόνι και δώστου να κοιτάει ο παππούς σαν να βλέπει πρώτη φορά άνθρωπο και εγώ να νιώθω και λίγο άβολα, αλλά να γουστάρω και τις ιστορίες του.

Οπότε σε κάποια φάση σοβαρεύει, γυρνάει με κοιτάει απλώνει το χέρι χωρίς να με αγγίζει και μου λέει:
«Να με συγχωρείς κορίτσι μου έτσι που σε κοιτάω, με θυμίζεις τη συγχωρεμένη τη γυναίκα μου»
Και μένω εγώ μπουκωμένη με το σοκολατάκι και απλώνεται νεκρική σιγή στο σαλόνι.

Εντάξει, όσο να πεις, το να σου λέει κάποιος ότι του θυμίζεις τη νεκρή γυναίκα του, είναι λίγο κάπως. Ο θάνατος ποτέ δεν είναι βολικό θέμα συζήτησης, αλλά ο τρόπος που κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους, κάτι μου έκανε.

Που λέτε ο παππούς Γιώργος έμεινε ορφανός πολύ μικρός, οι δικοί του είχαν έρθει Θεσσαλονίκη από τη Σμύρνη, φτωχοί άνθρωποι, μπερδεμένοι. Όταν ορφάνεψε, τον πήρε ένας Έλληνας της Πόλης στο σπίτι στην Καλαμαριά να του καθαρίζει την αυλή και να κάνει το μαστόρι. Τον έστελνε και σε άλλα σπίτια να έχει να τρώει και να κοιμάται. Σε εκείνο το σπίτι λοιπόν ζούσε και η Κάτια που μόλις την είδε βάρεσε με την ομορφιά της τον Γιώργο κατακούτελα. Και ήταν ευγενική, διάβαζε βιβλία κι ακουγόταν λέει το γέλιο της μια γειτονιά πιο πέρα. Όλα τα είχε η Κάτια.

Τα καλοκαίρια ο πατέρας της μάζευε όλη την οικογένεια και έφευγαν στην Κατερίνη, σε ένα άλλο σπίτι που είχαν εκεί κι έμενε ο Γιώργος πίσω να μαραζώνει και να περιμένει. Δύο καλοκαίρια αυτό. Μετά άλλαξε σύστημα. Βέβαια! Το έπαιρνε Θεσσαλονίκη – Κατερίνη με τα πόδια. Τα πόδια, παιδιά!

Και έσκαγε Φάντης μπαστούνι μπροστά στους ανθρώπους, ότι και καλά είχε βρει δουλειά εκεί για το καλοκαίρι.
«Έχω κοιμηθεί εγώ, όπου θες» μου έλεγε. «Σε χαντάκι και κάτω από δέντρα, σε στάνες και σε κοτέτσια. Τέσσερις μέρες πάνε, τέσσερις μέρες γύρνα με τα πόδια, όλη μέρα περπάτημα.»
«Μα πως το κάνατε αυτό;»
«Έβαζα το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, τι εννοείς;»
Και γελούσε.
Άντε ντε, τι εννοούσα;

Τρία χρόνια αυτή τη δουλειά έκανε. Το χειμώνα Καλαμαριά, το καλοκαίρι Κατερίνη. Είχε βρει κάτι σπίτια εκεί να κάνει δουλειές, έκανε και βοηθός σε φούρνο. Τη τρίτη χρονιά τον κάλεσε ο πατέρας της Κάτιας στο σπίτι και τον έβαλε στο σαλόνι να πιούνε καφέ. Σιωπηλό το σπίτι. Οι δύο τους μόνο, σαν άντρας προς τα άντρα.
«Εγώ επέμενα παιδί μου, αν έδινε σε μένα την Κάτια πως θα τη ζούσα; Η Κάτια είχε μάθει αλλιώς, αλλιώς την άξιζε να ζει, αλλά επέμενε κι εκείνος. Καλύτερα να την έδινε σε εμένα που τη κοιτούσα στα μάτια, παρά σε κάποιον που θα ήθελε το κομπόδεμα. Ευλογημένος εκείνος ο άνθρωπος παιδί μου, καλή του ώρα όπου και να βρίσκεται τώρα, με την έδωσε τη γυναίκα μου. Αλλά πρώτα την ρώτησε άμα με θέλει και εκείνη. Ευλογημένος εγώ, που με ήθελε.»

Του την έδωσε, και τους βοήθησε να κάνουν και σπίτι, να βρει καλή δουλειά ο παππούς Γιώργος. Έκαναν δύο γιούς και μια κόρη. Και η Καίτη του (έτσι τη φώναζε την Κάτια ο παππούς) αρρώστησε. Αδύναμος οργανισμός από παιδί, μέχρι να καταλάβουν ότι ήταν φυματίωση, ήταν αργά. Επτά χρόνια είχαν παντρεμένοι όταν εκείνη έφυγε. Έμεινε ο παππούς Γιώργος με τρία παιδιά μικρά, μόνος τα μεγάλωσε κόντρα στην εποχή του, αρνήθηκε να πάρει άλλη γυναίκα.

«Είχα γυναίκα, τι να την έκανα την άλλη; Βοήθησαν και οι γονείς της, η αδερφή της, τίποτα δεν έλειψε στα παιδιά μας, μόνο η μάνα τους. Τίποτα δεν αναπληρώνει τη μάνα παιδί μου.»

Στο νοσοκομείο όπου τον είδα τελευταία φορά, μου ζήτησε τσιγάρο και δεν ήθελα να του δώσω.
«Βρε φέρε εδώ τσιγάρο, σε άνθρωπο που πάει για θάνατο μιλάς.» Του το έδωσα και βγήκαμε από μια έξοδο κινδύνου στη σκάλα να καπνίσουμε.

«Δεν φοβάστε;»
Με κοίταξε από εκεί πάνω, από το ύψος του 1,90 και χαμογέλασε.
«Τι να φοβηθώ παιδί μου; Αν ο θάνατος είναι δίκαιος με περιμένει η Καίτη μου στην άλλη πλευρά. Αν όχι, δεν θα υπάρξω πιο μόνος εκεί από ότι εδώ.»

Το καλό που του θέλω του θανάτου, να είναι δίκαιος.
Το καλό που του θέλω, να είναι με την Καίτη, νέοι, δυνατοί, ερωτευμένοι.
Το καλό που του θέλω, να μη βρήκε άλλη μοναξιά.

Υ.Γ. Με μια γρήγορη αναζήτηση στους χάρτες του Google, η Κατερίνη σήμερα απέχει με τα πόδια 78χλμ και ο εκτιμώμενος χρόνος άφιξης είναι μια μέρα. Τρία χρόνια, πέντε διαδρομές, -τον τρίτο χρόνο τον γύρισαν μαζί τους με το τρένο, ήταν αρραβωνιασμένοι πλέον για!-, μας κάνει περίπου 390χλμ, πάντα με τα σημερινά δεδομένα.
Εμείς πόσα χιλιόμετρα θα διανύαμε για την αγάπη;