Ψίθυρος. Δεν ήταν βλέμμα, ούτε άγγιγμα, ούτε αίσθηση, ήταν ψίθυρος. Και μια κλωστή αόρατη.
– Κοίτα, μου ψιθύρισε.

Γύρισα διστακτικά το κεφάλι μου σαν από ένστικτο και είδα μόνο δύο μάτια σκοτεινά να με διαβάζουν, να μου μιλάνε. Σάστισα. Έκφραση καμία στο πρόσωπό σου, ούτε χαμόγελο. Είδα μόνο σιγουριά, γι’ αυτό που ήξερες και δεν υποψιαζόμουνα. Μα γιατί ταράχτηκα;

Ήταν η ώρα του λυκόφωτος, μέσα σε ένα τραμ στην Φρανκφούρτη, την τελευταία μέρα. Μα τόση ώρα καθόσουν δίπλα μου; 4 ημέρες δουλεύουμε μαζί, 4 μέρες με φλερτάρει ο ψίθυρος μα δεν τον ακούω.
Δεν ανταλλάξαμε καμία κουβέντα για ότι νιώσαμε, εσύ δεν τόλμησες και εγώ φοβήθηκα. Είμαστε δύο άγνωστοι άλλωστε. Έφυγες. Έφυγα. Μόνο ο ψίθυρος μου χαμογέλασε πονηρά. Η αρχή είχε γίνει, εν αγνοία μου.

Δύο χρόνια πέρασαν χωρίς ιδιαίτερες επαφές, πως θα μπορούσε άλλωστε; Εγώ Αθήνα και εσύ Πρετόρια, μεγάλη η απόσταση. Μα πάντα έβρισκες τρόπο να δηλώνεις την παρουσία σου στη ζωή μου. Με παρατηρούσες και με μάθαινες. Ήξερες και περίμενες. Κι εγώ ήξερα. Κατά βάθος ήξερα, χωρίς να μπορώ ποτέ να φανταστώ πόσο αναπάντεχα μπορείς να παραδοθείς άνευ όρων.

Ίσως για αυτό είχε μια γλύκα η σκέψη σου, μια σιγουριά και μια υπόσχεση να αιωρείται. Μια αναμονή.

Ώσπου συναντιόμαστε ξανά και είναι όλα το ίδιο δυνατά. Γυρνάς γύρω μου σαν δορυφόρος και σε πλησιάζω, όπως η πεταλούδα στο φως, με φόβο και ακατανίκητη λαχτάρα να καώ! Με περιμένεις πάντα…

Είναι η ώρα του λυκόφωτος την τελευταία μας νύχτα. Στο πρώτο άγγιγμα η καρδιά μου έχασε τους χτύπους της, στο φιλί μας χάθηκα. Καρδιά και κορμί παραδομένα απόλυτα σε έναν άγνωστο, τον μοναδικό μου άγνωστο.

Αργά και ηδονικά, άγρια και παθιασμένα, απελπισμένα δίνω και ζητάω, προσφέρεις και απαιτείς, πρώτη μας φορά και ίσως τελευταία; Έρωτας; Μικρή η λέξη μπροστά στις αισθήσεις. Το σοκολατένιο σου δέρμα σαν βελούδο με αγκαλιάζει, τα χείλη σου υπόσχονται και εξερευνούν απροκάλυπτα και τα χέρια σου διεκδικούν ξεδιάντροπα.
Και τη στιγμή εκείνη που σε ένιωσα μέσα μου βαθιά, με κοίταξες στα μάτια και μου ψιθύρισες:
– Κοίτα με, κοίτα ποιος είμαι όταν είμαι μέσα σου, εδώ ανήκω, μόνο σε σένα.

Είδα κι ένιωσα ευτυχία.

Η καρδιά μου σε ακολουθεί χωρίς να κοιτάζει πίσω, το μυαλό μου απόν. Δεν σκέφτομαι πια, μόνο ζω για αυτή τη στιγμή. Παραδίνομαι άνευ όρων! Και ο ψίθυρος μου γελάει δυνατά. Τώρα ξέρω!

Εγώ κι εσύ ανήκουμε μαζί, πάνω και πέρα από όλα. Χωρίς εξηγήσεις. Θα ζούμε χωριστές ζωές, μακρινές, θα δινόμαστε αλλά δεν θα δενόμαστε. Υποσχέσεις αιώνιας αγάπης και όρκοι αφοσίωσης δεν έχουν καμία αξία να ειπωθούν.

Καθώς σε αφήνω εκείνο το πρωί με αγκαλιάζει η απελπισία, αρνούμαι να φύγω. Υποφέρω και θυμώνω με εμένα που δεν μπορώ να αντισταθώ.
Έχω τρελαθεί; Πως θα αντέξω την απόσταση;

Το μυαλό μου αντιστέκεται. Σηκώνει άμυνες και τείχη κάθε νύχτα και το πρωί τα βρίσκω συντρίμμια. Ψάχνει αμέτρητες δικαιολογίες και μου τις καταρρίπτεις. Ουρλιάζει πως δεν γίνεται και μου ψιθυρίζεις γίνεται, κοίτα. Και μου το δείχνεις ξανά και ξανά με την υπέροχη επιμονή σου, σαν σε κακομαθημένο παιδί. Είσαι πάντα εδώ, δεκάδες χιλιόμετρα μακριά και πάντα δίπλα μου, αφιερωμένος σε μένα και εγώ παραδομένη σε σένα. Καμιά ενοχή. Εσύ ξέρεις πως είναι απόλυτη αγάπη και εγώ παλεύω δράκους, περπατώντας μόνιμα πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Πως να σου αντισταθώ ;

Σε διώχνω, παριστάνω πως σε ξεχνάω, σε ξορκίζω να με απαλλάξεις από το μαρτύριο. Πώς να ζω μακριά σου, αλλού το σώμα αλλού η καρδιά; Γελάς.
-Δεν σε κρατάω εγώ, μου απαντάς, ο ψίθυρος της καρδιάς σου μόνο. Μη τον πολεμάς, παραδώσου.
Πεισμώνω.
-Ποτέ, σου φωνάζω.
Και ο ψίθυρος γελά.

Ως την επόμενη φορά που θα ανταμώσετε

 

Ειρήνη