Κοιμάμαι… Κάνω πως κοιμάμαι. Σε νιώθω να ξαπλώνεις δίπλα μου μαλακά, το στρώμα βουλιάζει ακριβώς όπως πρέπει κι εσύ με αγκαλιάζεις ακριβώς όπως θέλω. Νιώθω την καρδιά σου να χτυπά στην πλάτη μου. Σταθερά και αβίαστα, χαλαρωτικά. Χαϊδεύεις τα μαλλιά μου, βυθίζεις το πρόσωπο σου μέσα τους και τα μυρίζεις. Αναπνέεις αργά, κοντά στο αυτί μου, απαλά.

Ένα χέρι κατρακυλά στη γραμμή του κορμιού μου. Ανατριχιάζω και σε ακούω να χαμογελάς. Αλήθεια, ακούω το λακκάκι σου να σχηματίζεται, ικανοποιημένο που μου προκαλείς ανατριχίλα.

«Τίποτα. Μη φοράς τίποτα» μου είπες νωρίτερα, όταν βγήκα από το μπάνιο. Και σε άκουσα.

Δαγκώνεις τρυφερά τον λαιμό μου, τον ώμο, το μπράτσο, τον καρπό μου. Χαϊδεύεις το εσωτερικό του αγκώνα μου, τα χείλη σου βρίσκουν τον σφυγμό μου και τον αφουγκράζονται σ’ ένα παρατεταμένο φιλί. Γυρίζω στην αγκαλιά σου και σε κοιτώ. Πόσο πράσινο σπαταλήθηκε πριν φωλιάσει στα μάτια σου. Με φιλάς. Ένας χρόνος, πέντε, δέκα, χιλιάδες χρόνια και μια στιγμή μετά με βυθίζουν στον κόσμο σου.

Δύο χέρια ψάχνουν. Χαϊδεύω την σπονδυλική σου στήλη. Τον μηρό, την κοιλιά, την στύση που από ώρα νιώθω να πιέζεται πάνω μου. Μωρό μου.

Ξαπλώνεις πάνω μου. Πόσο ανακουφιστικό είναι το βάρος σου. Μαλλιά, μάτια, μύτη, στόμα, όλα παίρνουν το χάδι που περιμένουν.

Πόσο σε αγαπάω. Πόσο σε θέλω.
Κι εγώ, μωρό μου. Κι εγώ πόσο να ήξερες. Μόνο να μπορούσα να σου δείξω.
Δείξε μου.

Ποτέ. Ποτέ, ποτέ, ποτέ πριν κανένας άλλος δεν κατάφερε να μου δώσει αυτόν τον οργασμό που τόσο γενναιόδωρα μου δίνεις κάθε φορά, με κάθε τρόπο, όπως θέλω και για όσο θέλω και αντέχω. Κάθε φορά αυτή η υπέροχα ζέστη, απίστευτα μαλακή, αφοπλιστικά τρυφερή και αμείλικτα απαιτητική γλώσσα σου με φέρνει στον κόσμο σου, αυτόν τον κόσμο τον γεμάτο πάθος και αμετροεπή απόλαυση. Και χάνομαι εκεί, μαζί σου, μέσα σου.

Χαϊδεύεις το στήθος μου έτσι όπως μ’ αρέσει, έτσι όπως μόνο εσύ ξέρεις. Το σώμα μου τεντώνει, οι μύες καίνε, αυτός ο αναστεναγμός που θέλει να βγει από μέσα μου, γίνεται κραυγή.

Χαλαρώνω. Με φιλάς. Με κοιτάς.
Έλα πάνω μου.
Σε θέλω.
Τώρα.

Τα χέρια δένονται, οι ματιές κλειδώνουν, οι αναπνοές σμίγουν, τα κορμιά παλεύουν να μπουν το ένα μέσα στο άλλο. Πόσο ταιριάζουν, βλέπεις; Γι’ αυτό φτιάχτηκαν, για αυτό εδώ το κούμπωμα, για αυτή εδώ την ένωση την αναγκαία, την ελεύθερη, την αβίαστα τρυφερή και βίαιη μαζί.

Μαζί, αγάπη μου. Μαζί μου, λες και μαζί θέλω. Και μαζί φτάνουμε σε αυτόν τον οργασμό. Τον γνωστό, τον βέβαιο και αβέβαιο κάθε φορά, μέχρι να έρθει και να διαλύσει κάθε κορμί χωριστά, και τα δύο μαζί.

Ξαπλώνεις δίπλα μου, ανασαίνεις γρήγορα, ορκίζομαι, ακούω την καρδιά σου να βροντά. Κι άλλο, μωρό μου. Χαμογελάς.
Φιλώ κάθε γραμμή, κάθε σημάδι, κάθε λακκούβα, κάθε απαλό και κάθε τραχύ εκατοστό του κορμιού σου. Ανατριχιάζεις. Σειρά μου να χαμογελάσω.
Έλα πάνω μου.
Σε θέλω.
Τώρα.

Μπαίνω μέσα σου όπως μου αρέσει. Κι εσύ μαζί. Όχι ένα. Δύο. Πάντα δύο θα είμαστε, για να κουμπώνουμε έτσι. Για να ταιριάζουν οι αγκαλιές, για να σμίγουν οι ανάσες, για αφήνονται τα κορμιά το ένα μέσα στο άλλο, για να βγαίνουν δύο κραυγές από δύο ζευγάρια χείλη.

Ξαπλώνω στην αγκαλιά σου, αφήνομαι σε αυτή τη γλυκιά εξουθένωση, χαϊδεύεις τα μαλλιά μου, τα μυρίζεις, τα φιλάς. Κλείνω τα μάτια και ακούω την καρδιά σου. Νανουρίζομαι. Η ανάσα σου ηρεμεί, τα μάτια σου έχουν κλείσει από ώρα, κοιμήθηκες.

Βγαίνω στον κήπο. Τα μελτέμια του Αυγούστου με ανατριχιάζουν. Λύνω τα μαλλιά μου και τ’ αφήνω να χορέψουν, να μπερδευτούν, να μοσχοβολήσουν τη νύχτα γιασεμί.
«Δεν κοιμάσαι; Τι κάνεις εδώ έξω;»
Με αγκαλιάζεις. Γίνομαι κουβαράκι στην αγκαλιά σου να ζεσταθώ.
«Φτιάχνω τα μαλλιά μου, μωρό μου. Όπως σ’ αρέσουν»

 

Όταν ζυγώνεις η νύχτα όλη ανατριχιάζει
οι τοίχοι σαλεύουν
το γιασεμί μυρίζει πιο δυνατά
η θάλασσα ανασαίνει πιο γρήγορα.
Κι ο άνεμος ανάστατος
σιάζει τα μαλλιά μου
όπως σ’ αρέσουν.

Ιβάν Γκολ, Μαλαισιακά Τραγούδια

 

Ι.Τ.