Σήμερα με έπιασε μια απίστευτη νοσταλγία. Καθότι σήμανε η έναρξη της σχολικής χρονιάς σήμερα, πολλές μανούλες έσπευσαν να ανεβάσουν φωτογραφίες με τα βλαστάρια τους στην πρώτη τους ημέρα στο σχολείο. Φοβισμένα εκείνα, τα μικρά πρωτάκια που ανοίγεται μπροστά τους ένας καινούργιος κόσμος, αγχωμένοι οι γονείς για το πώς θα αντεπεξέλθουν στις συνθήκες τα μικρά τους και πώς θα το διαχειριστούν και οι ίδιοι.

Κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι τα δικά μου μαθητικά χρόνια, τις πρώτες ημέρες στο σχολείο και πόσο στεναχωριόμουν πάντα γιατί την ίδια ημερομηνία έχει γενέθλια η μαμά μου και δεν μπορούσα να της κάνω έκπληξη όπως ήθελα λόγω του χαζού σχολείου.
Θυμήθηκα το απεγνωσμένο και γεμάτο αγωνία βλέμμα της όταν της άφηνα το χέρι κάθε πρωί για να μπω στο προαύλιο. Τις σκανδαλιές και τα παιχνίδια στα διαλείμματα με τους συμμαθητές μου. Τις μελανιές στα πόδια από το ποδόσφαιρο που έπαιζα, κι ας με έλεγαν όλοι αγοροκόριτσο, κι ας με κορόιδευαν τα κορίτσια που δεν ήθελα να παίξω μαζί τους, που δε φορούσα φούστες αλλά αθλητικά. Κι ας φώναζε η μαμά μου «παιδί μου, εσένα αγόρι έπρεπε να σε γεννήσω» κι ας στεναχωριόταν που όλα τα όμορφα φορέματα που μου είχε αγοράσει, στόλιζαν την ντουλάπα αλλά ποτέ το σώμα μου.

Κι έπειτα από χρόνια, ήρθε το γυμνάσιο, η αλλαγή. Η πρώτη επαφή με το φλερτ, η ανάγκη να ταιριάξω στο σύνολο, να φορέσω κοριτσίστικα ρούχα και να αφήσω κάτω τα μαλλιά μου. Η επιθυμία να χάσω κιλά και να φτιάξω το σώμα μου ώστε να μοιάζω με την ωραία του σχολείου. Ο πρώτος εκνευρισμός που στο τμήμα μου δεν είχα ούτε έναν από τους φίλους του δημοτικού αλλά εντελώς καινούργια άτομα με τα οποία, εν τέλει, κάναμε εκπληκτική παρέα. Η εποχή που ξεκίνησαν τα πάρτι και οι κοπάνες. Οι εκδρομές χωρίς γονείς, τα πάρτι χωρίς γονείς (αχ, αυτά τα πάρτι… που αγωνιούσαμε για το πότε θα γίνει το επόμενο), η αρχή της ανεξαρτησίας. Μια περίοδος μεταβατική, θα έλεγα, ίσως και επαναστατική.

Το πρώτο φιλί και το εγκεφαλικό της μητέρας μου μόλις της το είπα. Το βλέμμα που πάγωσε και οι λέξεις που προσπάθησαν να βγουν από τα χείλη της για να με παροτρύνουν να τις πω αναλυτικά τι συνέβη. Πόσο αστείο ήταν να τη βλέπω έτσι, πόσο δύσκολο να της ήταν, άραγε, να με βλέπει να μεγαλώνω;

Στο τέλος του γυμνασίου, ήρθε και το πρώτο μεθύσι. Σ’ εκείνο το πάρτι γενεθλίων που είχαμε φέρει κρυφά ποτά και γίναμε λιώμα. Μόλις είχα την πρώτη μου ερωτική απογοήτευση και ανακοίνωσα στον κολλητό μου πως θέλω να μεθύσω. «Άσ’ το πάνω μου» είπε κι εγώ κατέβαζα το ένα ποτό μετά το άλλο σ’ ένα μιξ που κόντεψε να με στείλει στο νοσοκομείο. Χορεύαμε ακατάπαυστα όταν σωριάστηκα στον καναπέ και τους ανησύχησα όλους. Για μια εβδομάδα το συζητούσαμε στο σχολείο. Τι ντροπή που ένιωθα…

Κι ύστερα το λύκειο. Η αγαπημένη μου περίοδος. Εκεί που θα ήθελα να γυρίσω και να παγώσω τον χρόνο, ίσως. Τόσο όμορφα ήταν. Υπήρχαν πολλές δυσκολίες στη ζωή μου, αλλά αυτή τη στιγμή μπορώ να θυμηθώ μόνο πόσο όμορφα περνούσα. Μπορώ να θυμηθώ τα λόγια όλων των μεγάλων που, κάθε φορά που γκρινιάζαμε επειδή έπρεπε να πάμε σχολείο, μας έλεγαν πως μια μέρα θα θέλουμε να γυρίσουμε σε αυτά τα χρόνια και δε θα μπορούμε, γι αυτό να τα απολαύσουμε όσο προλαβαίνουμε. Και πόσο δίκιο είχαν…

Στο λύκειο ήταν που έκανα την πρώτη μου σχέση και που εγώ, η υπναρού, ξυπνούσα από τις 6 το χάραμα για να ετοιμαστώ και να είμαι όμορφη για εκείνο το αγόρι της τρίτης λυκείου που μου είχε κλέψει την καρδιά. Ήταν τότε που ήμουν το γλυκό παιδί, η καλή μαθήτρια και η αγαπημένη του διευθυντή, αλλά έτρεχα στα διαλείμματα να δώσω κρυφά φιλιά πίσω από τις βρύσες. Παράλληλα οργάνωνα κρυφά τις καταλήψεις, έβαφα πανό και μοίραζα φυλλάδια με τα αιτήματα μας. Τότε που παρακινούσα τους συμμαθητές μου να κάνουμε κοπάνα…

Αχ, αυτές οι κοπάνες. Η παρέα των τεσσάρων, τότε, που πηγαίναμε για καφέ, στο μπιλιαρδάδικο ενίοτε κι άλλοτε για μπόουλινγκ. Με τις ώρες εκεί, να χαζογελάμε, να περνάμε καλά, να δημιουργούμε στιγμές. Κι εκείνη τη φορά, που στη διαδρομή προς το καφέ μας πέτυχε η καθηγήτρια των γαλλικών και μας ρώτησε πού πάμε, απαντήσαμε ταυτόχρονα κάτι διαφορετικό, παγώσαμε από αμηχανία κι ύστερα σκάσαμε στα γέλια. Τότε που ήρθε χαρτί στο σπίτι πως έχω μείνει από απουσίες κι οι γονείς μου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Ευτυχώς που είχα πολύ καλούς βαθμούς και μπορέσαμε να σβήσουμε κάποιες. Οι φωνές των γονιών μου, αδιαφορία δική μου μιας που περνούσα περίοδο επανάστασης.

Θυμάμαι ακόμα, την πιο όμορφη μου σχολική χρονιά. Εκείνη τη δευτέρα λυκείου που πέρασα υπέροχα. Που σε κάθε διάλειμμα μαζευόταν το τμήμα μας και έπαιζε παντομίμα. Που συγκεντρώσαμε όλοι μαζί χρήματα και ψωνίσαμε χριστουγεννιάτικα στολίδια και δώρα και είχαμε την πιο όμορφη τάξη στο σχολείο. Που φτιάξαμε γλυκά κι ανταλλάξαμε δώρα, χωρίς να μας το ζητήσει κανείς ή να μας υποχρεώσει όπως έκαναν στο δημοτικό.

Ήμασταν δεμένοι, πολύ. Δεν ήμασταν απλά συμμαθητές που αναγκάζονταν να περνάνε χρόνο μαζί. Ήμασταν φίλοι που διοργάνωναν εκδρομές, φίλοι που στήριζε ο ένας τον άλλον, άνθρωποι που είχαν την τύχη να συναντηθούν. Βόλτες, υποσχέσεις, τραγούδια, σχέσεις, κλάματα, χωρισμοί, φωνές.
Μερικοί είχαμε έρθει πιο κοντά μεταξύ μας, βγαίναμε για καφέ και περνούσαμε σχεδόν όλη την ημέρα μαζί. Κάποιοι έγιναν ζευγάρια κι έμειναν μαζί από τότε. Άλλοι χώρισαν. Άλλοι χάθηκαν μετά το τέλος του σχολείου, άλλοι είναι φίλοι μέχρι σήμερα.

Μετά ήρθε η τελευταία τάξη του σχολείου. Το πολύ διάβασμα #not (γιατί όταν πας και ερωτεύεσαι σε περίοδο Πανελληνίων, δεν έχεις μυαλό για διάβασμα τρομάρα σου…), η πενθήμερη εκδρομή κι όλα όσα συμπεριλαμβάνονται σε αυτή, μια περίοδος γενικώς ιδιαίτερη για τον καθένα. Ορμόνες, άγχος, νεύρα, έρωτες, στόχοι. Όλα μαζί σ’ ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων που κάνει τον άνθρωπο να μοιάζει με κινούμενη βόμβα έτοιμη να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Αυτό είναι ένας έφηβος στην τρίτη λυκείου. Νιώθει έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο, ικανός για τα πάντα. Και είναι.

Κάθε καλοκαίρι, μας έβαζαν να καθαρίσουμε τα θρανία που ζωγραφίζαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς (και καλά μας έκαναν, εδώ που τα λέμε). Στην τρίτη λυκείου και λίγο πριν αποχαιρετίσω μια και καλή το σχολείο, μου ανακοίνωσαν πως το δικό μου θρανίο θα το κρατήσουν για ενθύμιο και δε θα το καθαρίσουν. Πράγματι ήταν όμορφο και χάρηκα πολύ, τόσος κόπος για να το φτιάξω και τόσοι μαρκαδόροι (συγγνώμη μαμά που πλήρωσες τα μαλλιοκέφαλα σου στο βιβλιοπωλείο).

Η λήξη σήμανε με μια παρέα αγκαλιασμένη να χορεύει και να τραγουδά στη μέση του προαυλίου. Με κάμποσους ανθρώπους να ετοιμάζονται να χτίσουν το μέλλον τους. Αποφασισμένους για όλα.

Όμορφα χρόνια. Όχι ξέγνοιαστα. Όχι χωρίς άγχος ούτε χωρίς προβλήματα. Μα όλα ήταν πιο εύκολα να τα λύσεις τότε. Κι αν είχα την επιλογή, θα τα ζούσα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Και σήμερα μ’ έχει πιάσει μια απίστευτη νοσταλγία και θέλω να τα ζήσω όλα ξανά και ξανά.

«Για πάντα μαζί, για πάντα μαζί, σ’ αυτό το ανηφόρι που λένε ζωή. Για πάντα μαζί κι αν έρθουν καημοί, μαζί θα μας βρούνε, για πάντα μαζί…»