Ένα λεπτό και 39 δευτερόλεπτα. Τόσο χρειάζομαι από τον χρόνο σου. Δεν απαντάς στα μηνύματα, ούτε στα τηλεφωνήματα μου, δεν έχω άλλο τρόπο να φτάσει σε σένα η φωνή μου. Χρονομέτρησα τον χρόνο ανάγνωσης αυτού του κειμένου. 1 λεπτό και 39 δευτερόλεπτα. Τόσα μου χρωστάς. Μόνο 1 λεπτό και 39 δευτερόλεπτα και είμαστε πάτσι. Ο χρόνος έχει ξεκινήσει ήδη να μετράει.

Ενάμιση χρόνο με παίδεψες. Δεν μου έφαγες μια ζωή, σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό υποθέτω. Ενάμιση χρόνο που χτυπήθηκα ανελέητα στα βράχια σου. Στα βράχια που με ξέσκιζαν και με κρατούσες χιλιοδεμένη. Γιατί δεν έφευγα; Γιατί η αγάπη μου για σένα δεν ήταν πρόσχημα, δεν ήταν απωθημένο. Υπάρχει πραγματική αγάπη, αυτή ήταν καλέ μου. Η αγάπη που υπομένει και λειαίνει όλες τις κοφτερές επιφάνειες. Και εγώ με όλη την αγάπη μου, με όλη την καρδιά μου, σου μαλάκωσα τα βράχια σου, κάθε μέρα τα αγκάλιαζα και τα φιλούσα κι ας με έκαναν κομμάτια. Επειδή μου το ζητούσες, όχι με λόγια αλλά με πράξεις, μου έδειχνες πως με είχες ανάγκη, πως δεν ήθελες πια να είσαι μια πληγή για τους άλλους.

Ενάμιση χρόνο δεν είδα ήλιο στον ουρανό μου. Είδα μόνο κάτι ακτίνες και σε αυτές επένδυσα, έτσι είναι η αγάπη ελπίζει! Κι ας μη μου χαρίστηκες ούτε μια φορά, κι ας μη μου κανες ούτε ένα μου χατήρι, κι ας τα έκανες όλα δύσκολα. 3-4 ακτίνες εγώ τις βάφτισα λιακάδα και τις έδειχνα στον κόσμο, έλεγα “κοιτάξτε τι μου χάρισε ο αγαπημένος” και εκείνοι με κοιτούσαν με οίκτο γιατί έβλεπαν πάνω μου την αλήθεια, έβλεπαν τη βροχή σου από υποτιμητικά σχόλια, σπρωξιές, άσχημες λέξεις, χλευασμό, ψέματα, αδιαφορία, εμπάθεια, σαδισμό. Αυτό έκανες επάνω μου, αισθανόσουν ικανοποίηση, ίσως ηδονή όταν πονούσα κι έκλαιγα, ήμουν “χαζή, άβυζη, άχαρη, διανοούμενη του κώλου, κακομαθημένη από τον μπαμπάκα μου” έλεγες και υπονοούσες αισχρά πράγματα για την οικογένεια μου. Κι έκανα να φύγω και κατέβαζες τα μάτια κι έλεγες μια παγωμένη συγνώμη και μου γύριζες την πλάτη. Και πραγματικά πρέπει να είμαι χαζή γιατί νόμιζα πως έδειχνες μεταμέλεια μα στην ουσία άπλωνες δίχτυα πάνω στα κοφτερά σου βράχια για να μη χάσεις την καλή ψαριά σου.

Ενάμιση χρόνο και δεν σε εγκατέλειψα, πάλεψα με τη μιζέρια σου, ξέχασα να χαμογελάω. Μέχρι που με βαρέθηκες, έμαθα βρήκες καινούργιο παιχνιδάκι. Και με έδιωξες συνοπτικές διαδικασίες, λες πως σε κούρασα και είσαι πια “αλλού”. Έμαθα πως στο “αλλού” σου δεν δείχνεις βράχια και θαλασσοδαρμένες όψεις σου, δεν δείχνεις τα μαύρα σύννεφα της ψυχής σου, έμαθα πως δείχνεις ξέφωτα, γέλια και τον πιο δυνατό σου ήλιο. Και με πιάνει το παράπονο, όχι επειδή σε θέλω πίσω, ο Θεός να μη βοηθήσει να μη σε πάρω ποτέ πίσω, μα γιατί ο ενάμισι αυτός χρόνος ήταν για μένα μια ζωή.

Έγινα εγώ πια κοφτερά βράχια και άγρια θάλασσα. Και όποιος πέσει πάνω μου, θα γίνει κομμάτια, το ξέρω. Μα η συννεφιά και η μαυρίλα σου ήταν κολλητική και μ’ άφησε ανάπηρη. Με μετέτρεψε σε σκύλα και πουτάνα στη ψυχή. Δείξε λοιπόν το κείμενο μου αυτό στους φίλους σου, στους συγγενείς και τους οικείους σου. Όταν τύχει να συναντήσουν εμένα και άλλες σαν εμένα, να ξέρουν ποιος μας έκανε έτσι. Εσύ.

Ένα λεπτό και 39 δευτερόλεπτα θα σου πάρει να διαβάσεις αυτό το κείμενο.

 

B.T.P

Angela Logara Photography