1936. Εκείνη 24 χρονών με καστανά γυαλιστερά μαλλιά, πλεγμένα σε δυο χοντρές πλεξούδες, λυγερόκορμη, μάτια γλυκά και καλοσυνάτα που πέταγαν σπίθες συνάμα. Εκείνος 25, ψήλος, λεβέντης με ατίθασες μπούκλες και ένα καλοσχηματισμένο αρρενωπό πρόσωπο όλο γωνίες, σαν παλιός σταρ του σινεμά. Εκείνη ανύπαντρη ακόμα, και αυτή και οι αδελφές της κι ας είχαν πατήσει τα 20 κι εκείνες. Για την εποχή ήταν μεγάλες για να’ ναι ανύπαντρες, αλλά ήταν τόσο όμορφες, που κανείς δεν τόλμαγε να τις πει γεροντοκόρες, καθώς όλοι ήξεραν ότι κάποια στιγμή θα παντρευτούν. Ο πατέρας τους όμως ήταν άνθρωπος έξυπνος και μπροστά για την εποχή του. Ήθελε οι κόρες του να’ ναι «γναίκες» σα θα παντρευτούνε, και όχι «μόμολα», όπως έλεγε. Και ήθελε φυσικά το καλύτερο για εκείνες. Κάποιες φορές μάλιστα σε κάποια «κελεπούρια» που είχαν παρουσιαστεί, πηρέ τη γνώμη τους.
– Τον θες μαρή; Σαρέζν;
– Όχι πατέρα…, σαν έλεγαν εκείνες, μην τον είδατε τον άλλον. Πράγμα ανήκουστο. Ποιος ρωτούσε τη θυγατέρα αν θέλει τον γαμπρό; Εκείνος όμως ήταν αλλιώς.
Έδιναν και έπαιρναν τα προξενιά και όλα άκαρπα. Είχαν παρεξηγηθεί κάμποσοι με τον πατέρα της, είχαν αρχίσει να τον θεωρούν τρελό κάποιοι.
– Ωρέ τι θα τς καμς τόσες τσούπρες; Δώκε την ευχή σου γέρο να φύουν να παν να κάνουν φαμίλιες δκες τς.
– Όταν έρθει η ώρα τς θα παρ’ν την ευχή μ’ κι α θα παν τζ άντρες τς… έλεγε εκείνος.
Πανηγύρι της Παναγιάς. Η μητέρα τις είχε ράψει όλες καινούρια φορέματα. Εκείνη είχε ένα μπλε σκούρο και γυαλιστερό. Με δαντελένιο στρίφωμα και ζώνη άσπρη μεταξωτή. Έμοιαζε με πριγκίπισσα και από όπου πέρναγε γύρναγαν τα κεφάλια και τα στόματα κρέμαγαν. «Πουλύ ουμόρφυνε η κόρη του Μήτρου μπρε! Γυναίκα σουστή έγνε! Σάμπως τι την καμαρών κι διν την διν; Πιριμέν πρίγκιπα ου φαντασμένους ου Μήτρους!». Αλλά ο Μήτρος δεν ήθελε απλά πρίγκιπα, ήθελε τον καλύτερο πρίγκιπα. Τόσο λάτρευε τις κόρες τους.
Εκεί μέσα στο πλήθος, την είδε. Εκείνη έδειχνε να βαριέται. Μαγεύτηκε τόσο από την ομορφιά της και την παρουσία της, που την μαγνήτισε με το βλέμμα του. Γύρισε και τον κοίταξε αργά αργά. Κοιτάχτηκαν 20 δευτερόλεπτα, τόσο χρειάστηκε. Έπειτα γύρισε το κεφάλι της και απομακρύνθηκε με την μητέρα της και τις αδελφές της. Εκείνος δεν έχασε χρόνο. Έψαξε, ρώτησε, έμαθε. Δεν μπορούσε να περιμένει. Θα πάω να τη ζητήσω σκέφτηκε. Άκουσε διάφορα για τον πατέρα της. Ότι ήταν τρελός και φαντασμένος και πως έδιωχνε όλα τα προξενιά από το σπίτι τους. Σκέφτηκε. Σκέφτηκε πολύ. Σκέφτηκε γρήγορα και πολύ. Αποφάσισε.
Ώρα 12. Ησυχία. Το φως του φεγγαριού δίνει τη λάμψη του στο μικρό ορεινό χωριουδάκι και όλα μοιάζουν σαν να’ ναι ζωγραφισμένα σε καμβά. Ένα τακ-τακ ακούγεται. Ξανά τακ-τακ. Ξυπνάει (μη δεν κοιμόταν καν;). Σκέφτεται κάποιο ζωντανό θα’ ναι. Ξανά τακ-τακ. Ανοίγει το παράθυρό της σιγά σιγά, σταματάει ο θόρυβος. Κοιτάει κάτω στο μικρό πέτρινο δρομάκι. Είναι εκείνος. Με μια χούφτα χαλικάκια στα χέρια, να της τα πετάει για να ξυπνήσει εκείνη. Μόνο εκείνη. Και όντως, δεν τον άκουσε άλλος κανείς.
Αέρας του ανακατεύει τα μαλλιά. Το λευκό του πουκάμισο έχει κολλήσει πάνω του απ’ τον ιδρώτα, φαίνεται ταραγμένος. Είναι τόσο όμορφος και δείχνει αποφασισμένος. Τεντώνει το χέρι του και, με μια απαλή και μετρημένη κίνηση, ρίχνει μια μικρή πέτρα στο μπαλκονάκι της Βασιλικής. Σκύβει την παίρνει. Έχει τυλιγμένο ένα χαρτί…
ΝΑΙ Ή ΟΧΙ;
Όλη της η ζωή είναι γραμμένη εκεί. Δεν λέει τίποτα. Γνέφει το κεφάλι καταφατικά. Δεν χαμογελάει καν. Φοβάται μήπως χαμογελάσει και χαθεί η στιγμή. Μήπως είναι όνειρο και ξυπνήσει, η καρδιά της χτυπάει σαν τρελή. Εκείνος με ένα σφύριγμα πνιχτό φέρνει κοντά του το άλογό του. Μοιάζει και εκείνο να’ ναι στο κόλπο. Συνωμοτεί και εκείνο να γίνουν όλα γρήγορα και προσεκτικά. Εκείνη, ίσα που πρόλαβε να βάλει ένα φόρεμα και να τυλίξει ένα μαντήλι, μαύρο της μάνας της, γύρω απ το κεφάλι της. Η καρδιά του χτυπάει σαν τρελή. Τη βλέπει να ανοίγει την εξώπορτα και να τρέχει κατά πάνω του. Κοιτάζονται για δυο δευτερόλεπτα. Χαμογελούν τα μάτια τους. Τα χείλη σιωπούν. Οι καρδιές τους συντονίζονται και χτυπούν σαν τρελές και οι δυο. Είναι μαζί. Φεύγουν μες τη νύχτα με δυνατούς καλπασμούς.
Το πρωί επικρατεί χαμός. Η μάνα τσιρίζει, τα αδέλφια βρίζουν και καταριούνται, ο πατέρας αναστενάζει, οι αδελφές χαζογελούν.
-Τι συμβαίν;..
Δυο γειτόνισσες που κίνησαν να πάνε να φέρουνε νερό, κοντοστέκονται έξω απ το σπίτι του Μήτρου.
– Χαμός γίντι. Τί συμβαίν; ρώτησε μια άλλη περαστική.
– Η Βασιλική του Μήτρου! Κλέφκε!
Η Βασιλική, η προγιαγιά μου (ώρα της καλή), που κλέφτηκε με τον άντρα της, τον προπάππου μου τον Γιώργο, ζήσανε λίγα χρόνια μαζί, καθώς εκείνος δολοφονήθηκε από αντάρτες κατά τον εμφύλιο πόλεμο κάπου στα βουνά της Πιερίας. Εκείνη έζησε μέχρι την ηλικία των 104 χρονών και είδε πολλά, πολλά εγγόνια και δισέγγονα. Έκανε 6 παιδιά, τα οποία μεγάλωσε μόνη της. Αυτά τα λίγα χρόνια που ήταν παντρεμένη έζησε πολύ ευτυχισμένη με το Γιώργο. Λίγο καιρό μετά αφότου κλέφτηκαν, ο πατέρας της, αν και είχε θυμώσει πολύ, τους έδωσε και την ευχή του. Ήταν ένας έρωτας αγνός, αληθινός, αυθεντικός. Κι ας ήταν για λίγο, κι ας ποτίστηκε με αίμα. Κι ας είχε φτώχεια. Και πόλεμο.
Ήταν έρωτας…

 

Παναγιώτα Πετρίδου