Τρέχει και μπαίνει λαχανιασμένος σε ένα στενό σοκάκι. Ακουμπά στον τοίχο. Κάθεται κάτω. Κλαίει. Δεν μπορεί να πιστέψει τι συνέβη πριν λίγο. Ένας άστεγος τον πλησιάζει, κάθεται μαζί του και του προσφέρει μία γουλιά από το μισοτελειωμένο του ουίσκι.
«Πιες λίγο. Φαίνεσαι αναστατωμένος».
«Ευχαριστώ».
Κατεβάζει αμέσως όλο το περιεχόμενο του μπουκαλιού. Σκουπίζει τα δάκρυά του και νιώθει την ανάγκη να εξομολογηθεί σε αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο όλη την ιστορία της ζωής του.
«Συγνώμη που σου ήπια όλο το ποτό, θα σου δώσω χρήματα να αγοράσεις άλλο».
«Δεν πειράζει. Έτσι και αλλιώς, δεν ήταν δικό μου. Στα σκουπίδια το βρήκα και το πήρα. Έχω και άλλο, άμα θες».
«Μπα όχι, ευχαριστώ. Νιώθω ήδη καλύτερα. Πώς σε λένε;» ρώτησε τον άστεγο.
«Μιχάλη. Εσένα;»
«Καλύτερα να μην μάθεις».
«Όπως νομίζεις».
Πέρασαν λίγα λεπτά σιωπής. Τότε, ακούστηκε γι άλλη μια φορά το κλάμα του. Αποφάσισε να βγάλει από μέσα του όλα όσα ένιωθε, ήθελε να εξομολογηθεί…

«Δεν ήθελα να τη σκοτώσω. Θόλωσα, δεν ξέρω τι έγινε και γιατί το έκανα, δεν έχω φερθεί έτσι ποτέ ξανά. Νόμιζα το’χα ξεπεράσει, αλλά τελικά είμαστε παιχνιδάκια της μνήμης. Νομίζουμε ότι την κυριεύουμε, αλλά στην πραγματικότητα είναι εκείνη που μας καταδυναστεύει».
»Όλα ξεκίνησαν από εκείνο το γαμημένο τηλεφώνημα του Δημήτρη… Χώρισε και ήθελε να βγούμε να τα πιούμε. “Ανδροπαρέα”, μου είπε. Σκέφτηκα “οκ, αφού λείπει η Μαρίνα, θα βγω”. Έτσι και αλλιώς, δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω. Και βγήκα. Μόλις μπήκαμε στο στριπτιτζάδικο, είδα από μακριά μία μελαχρινή να με σκανάρει με το βλέμμα της. Δούλευε εκεί, στο μπαρ. Μου φάνηκε οικεία η φυσιογνωμία της, αλλά δεν έδωσα σημασία. Ακολούθησα τους φίλους μου και κάτσαμε σε ένα τραπέζι μπροστά. Πολύ γρήγορα εμφανίστηκε μία κοπέλα και άρχισε να χορεύει. Έτσι καυλωμένοι όπως ήμασταν όλοι μας, αρχίζαμε και πίναμε. Εγώ, όμως, συνέχισα να κοιτάω προς το μέρος τής μελαχρινής. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω μου… Συνέχισα να πίνω, μέχρι που φτιάχτηκα. Την πλησιάζω και –να μην στα πολυλογώ– βρεθήκαμε σπίτι μου. Εκεί έγιναν όλα…
»Μπαίνουμε μέσα και της δίνω να βάλει συγκεκριμένα ρούχα: ένα πουά πουλόβερ, της έφτανε περίπου μέχρι τη μέση και ένα ζευγάρι μαύρες κάλτσες, ψηλές, μέχρι το γόνατο. Της δίνω να κρατάει ένα αρκουδάκι, της ζητάω να ξεβαφτεί και να κάνει τα μαλλιά της κοτσιδάκια. Είχα μια μικρότερη αδερφή, ξέρεις… Την έβλεπα από μικρή να κάνει μπάνιο, να κοιτάζεται γυμνή στον καθρέφτη, να ντύνεται, να βάφεται και αργότερα, να κάνει έρωτα με τα αγόρια που ’χε κατά καιρούς και τρελαινόμουν με την έξαψη που είχε το βλέμμα της, καθώς τους περίμενε.
»Τα δωμάτιά μας τα χώριζε ένας τοίχος. Την άκουγα να πηδιέται και τη φαντασιωνόμουν. Όλα αυτά πάντα από απόσταση…
»Ένα βράδυ, όμως, είχε πια ενηλικιωθεί, μπήκα κρυφά στο δωμάτιό της την ώρα που κοιμόταν και την έκανα δική μου με την έγκρισή της –ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Δεν την άκουγα που μου φώναζε να σταματήσω, που με ικέτευε να μην το κάνω, που με απειλούσε ότι θα τα πει “όλα στη μαμά” και ότι μετά θα αυτοκτονούσε. Το έκανα απλώς γιατί το ήθελα πάρα πολύ και όταν τελείωσε, ένιωθα μία απίστευτη ικανοποίηση. Ήμουν ευτυχισμένος; Και ναι, όπως την έβλεπα να κλαίει, νόμιζα χαιρόταν και εκείνη, που επιτέλους είχαμε ενωθεί…
»Το άλλο πρωί τη βρήκαμε νεκρή μέσα στο μπάνιο, είχε κόψει τις φλέβες της. Οι γονείς μας δεν έμαθαν τίποτα για εκείνο το βράδυ. Βρήκα πρώτος το γράμμα που είχε αφήσει και το έκαψα.
»Πόσα χρόνια τώρα κουβαλάω μέσα μου αυτό το φορτίο, μέσα σε μία νύχτα έχασα ό,τι πολυτιμότερο είχα στη ζωή μου. Και ήταν από δικό μου λάθος. Δεν έπρεπε να φύγω από το δωμάτιό της…
»Μετά την αυτοκτονία της, έχασα και τον εαυτό μου, έπεσα σε βαθιά θλίψη. Αποπειράθηκα πολλές φορές να αυτοκτονήσω. Με προλάβαιναν. Δεν ξέρω πώς, αλλά η μάνα μου με έσωζε πάντα την τελευταία στιγμή. Επέμενε ότι ξέρει καλά το παιδί της, ότι έπρεπε και μπορούσα να φανώ δυνατός. Πόσο λάθος…
»Είχα φτάσει, λοιπόν, στον πάτο, μέχρι που μπήκε στη ζωή μου η Μαρίνα. Εκείνη με βοήθησε να ξαναβρώ τον εαυτό μου και να θάψω βαθιά μέσα μου εκείνο το βράδυ. Δεν της αποκάλυψα ποτέ την αλήθεια. Φοβάμαι ακόμη ότι αν μάθει ποιος πραγματικά είμαι, θα φύγει για πάντα από τη ζωή μου. Και μαζί της νιώθω τόσο σίγουρος…
»Σήμερα, όμως, έλειπε… Όλες αυτές τις αναμνήσεις μου ξύπνησε η μελαχρινή από το στριπτιτζάδικο, γι’ αυτό και μόλις φτάσαμε σπίτι, της έδωσα να βάλει τα ρούχα που φορούσε η αδερφή μου εκείνο το βράδυ. Και υπάκουσε, χωρίς καμία αντίρρηση. Της είπα ότι έμοιαζε στην αδερφή μου, ότι ήθελα να της δέσω τα χέρια με αλυσίδες και να την κόψω λίγο, εκεί, τις φλέβες…
»Τότε, άρχισε να ουρλιάζει ότι είμαι άρρωστος, προσπάθησε να βγάλει ό,τι φορούσε. Την άρπαξα και την πέταξα στον καναπέ. Θόλωσα, ζούσα πάλι εκείνη τη νύχτα, καταλαβαίνεις; Άρχισα να τη δαγκώνω, να μπαίνω βίαια μέσα της και να της ψυθιρίζω ότι κανένας δεν θα μας χωρίσει, ποτέ ξανά. Με έβριζε, φώναζε ότι την πονάω, έκλαιγε και ήθελε να φύγει, ούρλιαζε ότι θα με καταγγείλει στην αστυνομία.
»Τρελάθηκα, έχασα τον έλεγχο. Τη χτύπησα. Τη χτύπησα τόσο πολύ που θυμάμαι λες και μόλις άνοιξα τα μάτια μου τα χέρια μου μέσα στα αίματα και εκείνη νεκρή στον καναπέ. Νόμιζα έκανε πλάκα, για να σταματήσω. Σηκώθηκα από πάνω της και τη σκούντησα, αλλά τίποτα, δεν κουνήθηκε. Δεν πίστευα το τι συνέβη… ότι για δεύτερη φορά σκότωσα την αδερφή μου…
»Ξέρεις, όμως, τι; Σκέφτηκα: αφού είχα γλιτώσει την πρώτη φορά, γιατί όχι και τη δεύτερη; Μην με ρωτήσεις πώς, πήγα και πήρα το σώμα της, το τεμάχισα και το τάισα στα σκυλιά της γειτονιάς. Μετά; Μετά, έβαλα φωτιά στο σπίτι, για να εξαφανίσω τον καναπέ και άρχισα να τρέχω, μέχρι που έφτασα εδώ, που συνάντησα εσένα. Και αυτή είναι η ζωή μου. Αμήν!»

Μόλις τελείωσε την εξομολόγησή του, έδωσε στον άστεγο χίλια ευρώ. Εκείνος, σοκαρισμένος από όσα είχε μόλις ακούσει, κοίταξε τα χρήματα και αμέσως μετά, είδε τον άγνωστο άνδρα να προχωράει στον δρόμο. Περπατούσε αργά, αλλά ανάλαφρα, λες και είχε πετάξει από πάνω του ένα βάρος. Ήξερε. Ήξερε ότι το μυστικό του ήταν ασφαλές και η Μαρίνα δεν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια…
Ο άστεγος Μιχάλης, όμως, ήταν και πρώην αστυνομικός. Τον είχαν διώξει από το Σώμα, όταν κατηγορήθηκε για τον άγριο ξυλοδαρμό ενός παιδόφιλου. Πέντε χρόνια έκανε φυλακή και είχε έναν χρόνο που αφέθηκε ελεύθερος, έχοντας χάσει πια οριστικά δουλειά, γυναίκα, σπίτι. Αλλά, ήταν ευτυχισμένος. Ευτυχισμένος επειδή ήξερε ότι είχε κάνει το σωστό –και αυτό θα έκανε ξανά.
Σηκώθηκε και από έναν τηλεφωνικό θάλαμο κάλεσε την αστυνομία. Ζήτησε έναν συγκεκριμένο συνάδελφο και σ’ αυτόν είπε τα πάντα με λεπτομέρειες για τη δολοφονία της κοπέλας: το μαγαζί που αυτή δούλευε, τον τρόπο και τον τόπο που έγινε μόλις πριν λίγες ώρες το έγκλημα. Είπε και για την πυρκαγιά.
Μόλις του ζήτησαν τα στοιχεία του, έκλεισε το ακουστικό και ξεκίνησε να περπατάει. Στην πρώτη πανσιόν που βρήκε μπήκε μέσα. Είχε ανάγκη από ένα ζεστό μπάνιο.

Δωροθέτης: https://www.dioptra.gr