Η Έλενα δυσκολευόταν να αναγνωρίσει το είδωλο που έβλεπε στον καθρέφτη. Όχι, δεν μπορεί αυτή η γυναίκα με το λευκό νυφικό και το θλιμμένο βλέμμα να ήταν εκείνη!
«Πώς σας φαίνεται;» ρώτησε η πωλήτρια.
«Καλό…» ίδια η απάντηση και για τα τρία νυφικά που είχε δοκιμάσει.
Μα εκείνη δεν έβλεπε κανένα νυφικό. Την κατάντια της έβλεπε, την χαμένη της ευτυχία, τη θηλιά στον λαιμό της. Μα τώρα πια δεν μπορούσε να κάνει πίσω, τώρα ήταν αργά…
Διάλεξε τυχαία ένα από τα τρία και έδωσε την διεύθυνση για να το στείλουν στο σπίτι της. Βγήκε από το μαγαζί βιαστικά παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, λες και βγήκε ξαφνικά στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο κρύος αέρας που την χτύπησε απότομα στο πρόσωπο της έκανε καλό.
Δεν τον αγάπησε ποτέ τον Πέτρο. Ούτε κι εκείνος. Ο γάμος τους ήταν μια συμφωνία των πατεράδων τους για να ενώσουν τις επιχειρήσεις τους. Εκείνος το δέχτηκε από συμφέρον, εκείνη από αδιαφορία. Αδιαφορία για το μέλλον της, για την καρδιά της. Έτσι κι αλλιώς πίστευε πως δεν θα χτυπούσε ποτέ ξανά όπως τότε…

Περπάτησε γρήγορα ως το αυτοκίνητό της προσπαθώντας να διώξει τον κόμπο που είχε στον λαιμό. Όπως έψαχνε νευρικά στην τσάντα της για τα κλειδιά δεν τον είδε αμέσως. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι και της κόπηκε η ανάσα! Στεκόταν εκεί, χαμογελαστός, γοητευτικός όπως πάντα και την κοίταζε μ’ αυτά τα σμαραγδένια μάτια που της μεθούσαν το μυαλό! Είχε περίπου έναν χρόνο να τον δει, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει επάνω του. Τον πλησίασε με βήματα αργά κι η καρδιά της κόντευε να σπάσει.
«Μάνο; Τι κάνεις εσύ εδώ;» ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
«Είσαι καλά κορίτσι μου;» είχε μια αγωνία η φωνή του.
Κι εκείνη ήθελε να του απαντήσει πως δεν είναι πια το κορίτσι του, πως είναι το κορίτσι κάποιου άλλου, αλλά η καρδιά της θα του ανήκει για πάντα και το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει στην αγκαλιά του, μα δεν το έκανε! Αρκέστηκε σ’ ένα ξερό «Καλά είμαι…» κι ας ήταν ψέμα.
«Έχεις λίγο χρόνο να μιλήσουμε;» είπε με τα μάτια του χαμηλωμένα.
«Μάνο, θα μου πεις πώς βρέθηκες εδώ;»
«Ήρθα για δουλειές. Σήμερα έφτασα. Θα έρθεις; Για λίγο μόνο…» είχε ένα παράπονο η φωνή του.

Λίγη ώρα μετά καθόταν αμίλητοι ο ένας απέναντι από τον άλλον σε μια παραλία. Πάντα τους άρεσε να συζητούν πλάι στην θάλασσα, ειδικά τον χειμώνα. Εκείνος την κοίταζε παρατηρώντας κάθε σύσπαση του προσώπου της, ενώ εκείνη απέφευγε να τον κοιτά.
«Λοιπόν; Τι έχουμε να πούμε εμείς οι δύο τώρα πια;» η Έλενα πρώτη έσπασε την σιωπή.
«Για σένα δεν ξέρω, εγώ πάντως έχω πολλά να σου πω…»
«Ακούω λοιπόν!»
«Έλενα… Δεν μπορώ να ζω άλλο πια μακριά σου! Η απόφαση μου να φύγω ήταν ότι πιο δύσκολο έχω κάνει στη ζωή μου. Έπρεπε όμως και το ξέρουμε και οι δύο. Αν είχα αρνηθεί τότε εκείνη την πρόταση, εδώ δεν θα είχα μέλλον. Προσπάθησα πολύ όλον αυτόν τον καιρό να μην σε ενοχλήσω, να μάθω να ζω χωρίς εσένα, μα ξέρεις κάτι; Δεν θέλω να ζω χωρίς εσένα! Θέλω μαζί σου να ξυπνάω, μαζί σου να μοιράζομαι τη μέρα μου, μαζί σου να περνάω και τα δύσκολα και τα όμορφα. Στη Ρώμη τώρα πια τα έχω όλα. Τη δουλειά των ονείρων μου, χρήματα, ένα όμορφο σπίτι, ευχάριστες παρέες. Αλλά δεν απολαμβάνω τίποτα γιατί δεν έχω εσένα. Κι όλα χάνουν την αξία τους. Σε παρακαλώ έλα μαζί μου! Στ’ ορκίζομαι τίποτα δεν θα σου λείψει! Υπάρχει ήδη μια δουλειά που σε περιμένει. Έλα να ζήσουμε μαζί! Μαζί! Είμαι βλάκας που τότε έφυγα έτσι, το ξέρω! Μα δεν μπορούσα να σου ζητήσω να μ’ ακολουθήσεις σε κάτι αβέβαιο. Μπορεί τα πράγματα να μην πήγαιναν καλά, ήταν ρίσκο. Δεν είχα το δικαίωμα να σε βάλω κι εσένα σ’ αυτό. Δεν ήξερα. Συγχώρεσε με σε παρακαλώ αγάπη μου…» κρατούσε τα χέρια της και η φωνή του έτρεμε.
«Μάνο τι λες… Γιατί τώρα, γιατί…» από τα μάτια της έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα.
«Σε παρακαλώ κορίτσι μου, ποτέ δεν είναι αργά!»
Η Έλενα έκλεισε σφιχτά τα μάτια και ξεφύσηξε δυνατά. «Τώρα όμως είναι αργά… Μάνο… Σε έναν μήνα παντρεύομαι…»
Τα λόγια της ήταν σαν ένα δυνατό χαστούκι. Τραβήχτηκε πίσω κι έσμιξε τα φρύδια. Την κοίταζε και τα μάτια του έβγαζαν σπίθες.
«Τι είπες;» είπε αργά, αγριεμένα.
«Δεν άκουσες; Τι περίμενες δηλαδή, πως θα καθόμουν για πάντα να κλαίω τη μοίρα μου;»
«Πώς; Πότε πρόλαβες… Συγνώμη… Ήμουν ανόητος!» είπε και γύρισε να φύγει.
«Ναι ήσουν!» φώναξε και τον έκανε να σταθεί χωρίς να γυρίσει προς το μέρος της. «Ήσουν ανόητος γιατί ποτέ δεν κατάλαβες τι ήσουν για μένα! Κι αν τότε μου το είχες ζητήσει θα ερχόμουν μαζί σου και δεν θα υπολόγιζα κανένα ρίσκο. Αλλά δεν ήθελες Μάνο! Απλά μου ανακοίνωσες ότι φεύγεις. Και τώρα τι; Ξαφνικά αποφάσισες να έρθεις πάλι να μου ταράξεις τη ζωή κι εγώ έπρεπε ακόμα να σε περιμένω; Εσύ με έμαθες να μην περιμένω τίποτα από σένα…»
Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος της και την έπιασε από τους ώμους.
«Τον αγαπάς; Κοίτα με στα μάτια και πες μου! Τον αγαπάς;» φώναζε δυνατά.
«Μάνο παράτα με!» δεν μπορούσε να πει ψέματα κοιτώντας τα μάτια του, χανόταν μέσα τους.
«Δεν τον αγαπάς…» κουνούσε το κεφάλι του δεξιά αριστερά και τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.
Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα και ψιθύρισε «Τον αγαπάω…»
«Δεν τον αγαπάς…» επαναλάμβανε εκείνος καθώς κρατούσε στα χέρια του το πρόσωπό της, κάνοντάς την να τον κοιτάξει.
«Άσε με… Μη με βασανίζεις άλλο…» μπόρεσε μόνο να ψιθυρίσει μα εκείνος πλησίασε αργά μια ανάσα κοντά της, ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της και έμειναν για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητοι σφίγγοντας τα μάτια. Αμέσως μετά αφέθηκαν στο πιο δυνατό, το πιο παθιασμένο φιλί, κι αυτό είπε την μεγαλύτερη αλήθεια. Τότε εκείνη ξέσπασε σε λυγμούς κι άρχισε να τρέχει μακριά του.
Εκείνος φώναξε το όνομά της δυνατά μα δεν γύρισε. Μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε. Κι ο Μάνος έμεινε εκεί να την βλέπει να απομακρύνεται κι ύστερα κλώτσησε με δύναμη μια πέτρα που ήταν μπροστά στα πόδια του.

Η Έλενα σταμάτησε σε ένα άνοιγμα του δρόμου. Έκλαψε δυνατά. Έκλαψε ως που να φύγει όλη η ένταση από μέσα της. Μετά από πολλή ώρα, εξαντλημένη, άδεια, ξεκίνησε για το σπίτι της. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει, να μείνει μόνη και να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Μόλις πάρκαρε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο, είδε μπροστά της τον Πέτρο.
«Καλώς την!» είπε μόνο και τα μάτια του ήταν σκοτεινά.
«Πέτρο… Τι κάνεις εσύ εδώ;» τα έχασε.
«Το ερώτημα είναι εσύ τι κάνεις;» είπε αγριεμένος.
«Τι εννοείς;»
Τότε εκείνος άρπαξε τα χέρια της και άρχισε να την ταρακουνά βίαια. «Νομίζεις ότι είμαι ηλίθιος; Ε; Εσύ θα κοροϊδέψεις εμένα; Σας είδα! Τι δουλειά είχες μ’ αυτόν;» φώναζε απειλητικά ως που την έσπρωξε δυνατά κάνοντάς την να πέσει πίσω.
Μα πριν προλάβει να την πλησιάσει ξανά, ένα χέρι τον τύλιξε από τον λαιμό και τον τράβηξε πίσω και μόλις τον άφησε να γυρίσει δεν μπόρεσε να αντιδράσει γιατί μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο τον ξάπλωσε κάτω. Τότε ο Πέτρος ζαλισμένος είδε από πάνω του τον Μάνο να τον κρατά από το σακάκι και να λέει μέσα από τα δόντια του απειλητικά: «Αν τολμήσεις να την ξανακουμπήσεις θα είναι και το τελευταίο πράγμα που θα κάνεις!»
Κι ύστερα έτρεξε κοντά στην Έλενα που έτρεμε. Την αγκάλιασε από την μέση και την οδήγησε σιγανά προς το αυτοκίνητό του, χωρίς να χάσει από τα μάτια του τον Πέτρο. Κι εκείνη ακολούθησε σαν χαμένη, σαν υπνωτισμένη.

Λίγη ώρα μετά, ο Μάνος έκλεισε πίσω τους την πόρτα του δωματίου σ’ ένα ξενοδοχείο. Η Έλενα βρισκόταν ακόμη στην ίδια κατάσταση. Την έβαλε να καθίσει στο κρεβάτι και γονάτισε μπροστά της κρατώντας τρυφερά τα χέρια της.
«Κορίτσι μου άκουσε με! Εδώ είσαι ασφαλής. Θέλω να ηρεμήσεις. Πάρε όσο χρόνο θέλεις. Εγώ δεν πρόκειται να σε πιέσω για τίποτα. Θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο και δεν θα σε ενοχλήσω μέχρι να το θέλεις εσύ. Θα πω μόνο να σου φέρουν κάτι να φας. Όταν είσαι έτοιμη έλα να με βρεις κι εγώ θα κάνω ότι μου ζητήσεις. Εντάξει;» της μιλούσε ήρεμα.
Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι χωρίς να πει λέξη και τότε ο Μάνος της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο και βγήκε από το δωμάτιο.
Η Έλενα έμεινε εκεί για ώρα, ακίνητη, ανέκφραστη. Μόνο τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα χωρίς να το καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή σηκώθηκε αργά και μπήκε στο μπάνιο. Έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε κάτω από το ντουζ αφήνοντας το νερό να ξεπλύνει τα δάκρυά της.

Ο Μάνος μπήκε στο διπλανό δωμάτιο με φόρα. Τώρα έπρεπε να περιμένει. Μα πώς να ηρεμήσει! Περπατούσε πάνω κάτω μέσα στο δωμάτιο, σαν θηρίο στο κλουβί.

Λίγο πριν το ξημέρωμα ένα αποφασιστικό χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να τρέξει. Μόλις άνοιξε δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Σαν χείμαρος τον άρπαξε στην αγκαλιά της και τον γέμισε φιλιά. Λίγο μετά βρέθηκαν στο κρεβάτι, αφήνοντας τα κορμιά τους να ενωθούν όπως μόνο εκείνα ήξεραν. Χωρίς λόγια, χωρίς σκέψεις, χωρίς αναπνοή…

Ακόμα έτρεμε στην αγκαλιά του όταν του ψιθύρισε εκείνο το «Σ’ αγαπώ» κι είδε την απάντηση μέσα στα μάτια του.
«Έλενα, σου είπα ένα μικρό ψέμα. Δεν ήρθα για δουλειές, για σένα ήρθα. Όμως δεν μπορώ να μείνω άλλο. Έχω αυτό για σένα…» της έδωσε έναν φάκελο. «Θα έρθεις μαζί μου;» την κοίταζε με αγωνία.
Εκείνη χάθηκε για ακόμη μία φορά στο σμαραγδένιο βλέμμα του κι έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Λοιπόν;» δεν άντεχε να περιμένει την απάντησή της.
«Ναι! Ναι! Ναι! Χίλιες φορές ναι! Ούτε λεπτό δεν θέλω να ζήσω πια μακριά σου!» φώναξε κι από τα μάτια της έτρεχαν τα πιο γλυκά δάκρυα, τα δάκρυα της χαράς…