Αν στη ζωή σου έχεις διαβάσει Stephen King σίγουρα έχεις εκπλαγεί από την περιγραφικότητα και την σκληρότητα που διακρύνει τη γραφή του. Αν έχεις δει μεταφορές έργων του στον κινηματογράφο καταλαβαίνεις πόσες δυνατότητες έχει μία γραφή να γίνει θρίλερ μυστηρίου, μεταφέροντας τον τρόμο στον απλό θεατή. Κυρίως άμα έχεις πέσει και σε μερακλή σκηνοθέτη και σε ένα δυνατό καστ.

Εδώ ο Stephen King μας πάει πίσω στο χρόνο με μία ιδέα πολύ προχωρημένη. Στη μίνι αυτή σειρά λοιπόν δεν παίζει μόνο με το μυαλό μας, όπως συνηθίζει άλλωστε να κάνει στα βιβλία του. Εδώ παίζει και με τα βιώματά μας. Παίζει με το ρουν της ιστορίας και πώς ο καθένας από εμάς πιστεύει και είναι έτοιμος να το αλλάξει. Πώς η έλλειψη ευτυχίας στο παρόν αναζητάται στο παρελθόν. Και όλο αυτό το πλαίσιο ερωτημάτων είναι πολυ όμορφα αμπαλαρισμένο σε ένα κεντρικό ερώτημα. Μπορώ να αλλάξω τον κόσμο;

Η ιστορία ξεκινά στο παρόν. Με ένα φιλόλογο, ο οποίος έχοντας ήδη έναν αποτυχημένο γάμο και με μοναδικό στήριγμα τη δουλειά του, μαθαίνοντας συγγραφή σε ενήλικες, παραπαίει ανάμεσα στις ιστορίες που φτιάχνουν οι μαθητές του και στα προσωπικά του βιώματα που τον έχουν στιγματίσει. Κι εκεί του δημιουργείται μία ευκαιρία μοναδική. Μία απόφαση ζωής η οποία δε θα αλλάξει απλά την καθημερινότητά του αλλά θα τον ταξιδέψει μακριά. Αλλού, εκεί που κανείς δε θα το βρει. Ή έτσι πιστεύει. Ταξιδεύοντας λοιπόν πίσω στο χρόνο και με γνώμονα να ανατρέψει τη δολοφονία του Κέννεντι ο φιλόλογος μπαίνει σε ένα καινούριο κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 60. Και μαζί με αυτόν ταξιδεύεις κι εσύ στις ιστορίες που σου έχουν πει οι γονείς σου, στις ταινίες που έχεις δει, στα σκηνικά μίας άλλης εποχής η οποία όμως έχει αρκετές σκοτεινές πινελιές.

Οικογενειακή βία και φόνος, τζόγος και συνέπειες, πολιτικά μυστικά και παιχνίδια διπλωματίας, θεωρίες συνομωσιας, ο ρόλος της CIA και όλος ο πρόλογος της δολοφονίας του Κέννεντι, οι ημέρες και τα έργα του Οσβαλντ, βιασμός, έρωτας, ευτυχία, ομορφιά, διάσωση, επιστροφή, κόλαση.

Η αλήθεια είναι πως παρακολουθώντας τα κινηματογραφικά δρώμενα των τελευταίων χρόνων έχω παρατηρήσει ότι κάποιοι ηθοποιοί έχουν μία μοναδική ικανότητα να ανατρέπουν την ολάκερη εμπορική εικόνα τους σε μία πιο ώριμη, με ρόλους καλύτερους γεμάτους περιεχόμενο και άποψη. Ρόλους οι οποίοι δεν είναι απαραίτητα βασισμένοι στα χαρακτηριστικά ή στις ατάκες του πρωταγωνιστή αλλά στην ευρύτερη εικόνα του. Σε αυτόυς τους ηθοποιούς κατατάσσω τον James Franco. Ένα πολύ μορφωμένο και διαβασμένο παιδί της γενιάς του 2000, με τον οποίο δε σας κρύβω ότι εντυπωσιάστηκα στις «127 ώρες» πριν αρκετά χρόνια. Μεστός πια, ανήκει επίσης στη γενιά των ηθοποιών που όσο μεγαλώνουν μαζί αυξάνεται και η γοητεία τους. Νομίζω ότι ο ρόλος του στη σειρά του ταιριάζει, ένας ρόλος καταλυτικός και αρκετά δραματικός, συναισθηματικός,  σκοτεινός τελικά, κυρίως πλησιάζοντας προς το τέλος της σειράς. Μία ήρεμη δύναμη η οποία δεν έχει συνειδητοποιήσει πόσο μακριά μπορεί να πάει μέχρι να το τολμήσει.

Η σειρά έχει αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς. Φοβερός Chris Cooper, Josh Duhamel (ελααααα! Θυμάσαι το καζίνο??? Εγώ το θυμάμαι! Μην ξεχνιόμαστεεε! Ο αντρας της Fergie!), Cherry Jones (τοπ οφ δε τοπ ηθοποιός!) αλλά και πολλοί άλλοι, οι οποίοι είναι διάσπαρτα κομμάτια της σειράς.

Μου άρεσε. Περίμενα παραπάνω βία γιατί αγαπώ Stephen King αλλά για το μέτρο της τηλεοπτικής σειράς που φαντάζομαι ότι θα προβλήθηκε και σε prime time είμαστε στα επιτρεπτά όρια. Ξετρελλάθηκα με τη μεταφορά της εποχής της δεκαετίας του 60. Τα υπέροχα μαγαζάκια με τζαζ μουσικούλα σε συνδιασμό με 60s, η αγνή ομορφιά των γυναικών με τα υπέροχα μακριά ή μίντι φορέματα, συνδιασμένη με τα κρεπαρισμένα μαλλιά και το κόκκινο κραγιόν, τις κλασσικές υπέροχες μονόχρωμες γόβες που τώρα πια αναζητάς σε βιτρίνα Louboutin, με τα μίνι τσαντάκια να κρέμονται από τον αγκώνα, ίσως και τα μοδάτα για την εποχή καπέλα των ανδρών τα οποία χαμήλωναν μόλις διασταυρώνονταν με μία γυναίκα ως δείγμα σεβασμού και θαυμασμού. Τα αυτοκίνητα που σήμερα πλέον βρίσκονται χωμένα σε γκαράζ ως αντίκες. Αμάξια με τόση λαμαρίνα που φτιάχνεις άνετα ηλεκτρικές συσκευές. Αμάξια όμως όμορφα, με κλασσικά ραδιόφωνα, με δερμάτινα μονοκόματα καθίσματα και νεαρά κορίτσια με το μπουφανάκι της μαζορέτας να ρολλάρουν χαμογελαστά προς τα fast food… Και ίσως κάπου εκεί κι ένας ροκαμπίλης με μαλλί μπριγιαντέ να κάνει την εμφάνισή του. Και μπορεί και μέσα στο πλάνο όλο αυτό να βρίσκεις αγνές ανθρώπινες επαφές, επαφές που αποκτούν νόημα πίσω από τις κρυμμένες πόρτες, στα υπόγεια αλλά και κρυφά στην εξοχή, σε μία περίοδο που οι σχέσεις λευκών και μαύρων ήταν ακομα τεταμμένες, ανεξακρίβωτες όμως ελπιδοφόρες.

Και τελειώνοντας τη σειρά αυτή, έκλεισα τα ματάκια μου το βραδάκι εκείνο για να κοιμηθώ και σκέφτηκα ότι ίσως τελικά και οι γονείς μας να ήταν τυχεροί που έζησαν σε έναν κόσμο διαφορετικό όπου η ευγένεια ήταν κανόνας επικοινωνίας, το χαμόγελο και η αγάπη για τα απλά καθημερινά πράγματα. Μακριά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της δικής μας γενιάς. Αυτά που πολλοί από εμάς τα θεωρούμε δεδομένα και βαρετά και αναζητούμε την ευτυχία σε μονοπάτια άκρως επικίνδυνα και ίσως λανθασμένα. Στη σειρά αναθεωρείς πάρα πολλά πράγματα για το παρόν. Και καμία φορά οι απαντήσεις όλες βρίσκονται στο παρελθόν. Εκεί ενίοτε πρέπει να έχουμε τη δύναμη να ψάξουμε. Με προσοχή όμως. Χωρίς υπερβολές.

Δειτε τη σειρά. Αξίζει.