– Βολευτήκαμε όλοι; Να φέρω κουλουράκια;
– Έλα τώρα ρε κοριτσάκι, θέλεις και κουλουράκια….
– Μα γιατί βρε μωρό μου; Δεν θέλεις να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι;
– Αφού στο τέλος θα κάνεις αυτό που θέλεις εσύ, βάλτα τα καταραμένα τα κουλουράκια να τελειώνουμε!

– Τσιτωμένο σε κόβω, κανόνισε γιατί θα φας μπάμιες το βράδυ….
– Ε….χμ…. Οκ αγάπη μου. Μπορείς να ξεκινήσεις.
– Μαζευτήκαμε εδώ όλοι σήμερα για να μάθετε επιτέλους πως έγινε το θαύμα κι εμείς οι δύο είμαστε μαζί!

– Θαύμα λέει μπουχαχαχακαλά το κόβω, συνέχισε.
– Όταν γεννήθηκα, όλοι έλεγαν πως ήμουν ένας άγγελος. Με τα ξανθά μαλλάκια μου, τα γαλάζια ματάκια μου, είχα όλο το πακέτο. Από παιδί είχα καταλάβει πως αν χαμογελάω συχνά στους ανθρώπους γύρω μου και τους παίζω με νάζι τις μεγάλες βλεφαρίδες μου, αυτοί θα έπεφταν στα πόδια μου και θα μου έκαναν όλα τα χατίρια, ααααμέ! Γιατί εμένα που με βλέπετε, πέρα από εμφάνιση είχα και μυαλό που στρόφαρε σαν τρελό και από νωρίς έμαθα πως να χειραγωγώ τους άλλους. Ε ναι λοιπόν, ήμουν ένας άγγελος με διαβολική ψυχή!

– Αγάπη μου υπερβάλλεις λιγ….
– Σιλάνς αγάπη. Τέλος πάντων, τα χρόνια περνούσαν κι εγώ είχα ότι ακριβώς ήθελα. Την πισίνα της bibibo επιθυμούσε η ψυχούλα μου; Μία αγκαλίτσα στη γιαγιά, λίγο δράμα στον παππού (στους γονείς μου δεν έπαιζε αυτό, είχαν μυριστεί από νωρίς την πονηριά μου και ήταν επιφυλακτικοί απέναντι μου οπότε άκυρο, τα κόλπα μόνο στους άλλους) και να σου η δικιά σου μέχρι το τέλος της εβδομάδας να πνίγει περιχαρής τις κούκλες της μέσα στην πισίνα ενώ το παιδικό δωμάτιο να έχει πλημμυρίσει από τα νερά. Βόλτα στο λουνα παρκ ήθελε το κορίτσι; Στο τρέξιμο οι θείοι της να της ικανοποιήσουν τα αγγελικά καπρίτσια της. Γιατί ποιος θα έφερνε αντίρρηση στο πανέμορφο ξανθό παιδάκι με τα τεράστια γαλάζια μάτια, που όταν βούρκωνε (και βούρκωνε συχνά, είχε πάρει χαμπάρι νωρίς ότι το δάκρυ στην άκρη των ματιών βαθαίνει το βλέμμα και ρίχνει όλες τις αντιστάσεις γύρω της, το εκμεταλλεύτηκε αμείλικτα), σπάραζε η καρδιά σου;

Με αυτά και με κείνα κατάφερα να φτάσω στα 18, έχοντας όλον τον κόσμο στα πόδια μου. Και να οι απορριφθέντες σύντροφοι να κάνουν καντάδα κλαίγοντας κάτω από το μπαλκόνι μου να τους στείλω ένα φιλί (αφήσαμε ιστορία στη γειτονιά εκείνη την περίοδο, πως δεν μας έκαναν έξωση, άγιο είχαμε!), να οι φίλες να τσακώνονται μεταξύ τους για το ποια θα πρωτογίνει κολλητή μου, να οι αμέτρητες προσκλήσεις σε πάρτι, συναυλίες, γενέθλια, ε, τι άλλο να ζητούσε ένας άγγελος; Είχα τα πάντα στα πόδια μου. Κι όμως, κάτι έλειπε αλλά δεν ανησυχούσα.
Και μπήκα στο Πανεπιστήμιο….

– Και άλλαξε η ζωή της…… Μη με βαράς βρε αγάπη μου! Αφού ξέρεις ότι έτσι έγινε!
– Άντε, σειρά σου τώρα, να συνεχίσεις εσύ για να δεις πόσο μεγαλόψυχος είναι ο άγγελος σου…

– Χαχαχαχαχαχαοκ, τώωωωρα μάλιστα! Που λέτε, για να καταλάβετε γιατί βρισκόμαστε εδώ σήμερα, θα πρέπει να δείτε και την άλλη πλευρά της ιστορίας, την καλύτερη βασικά αλλά ας όψεται, το μωρό μου κοιτάει τα κουζινομάχαιρα οπότε ας συνεχίσω.

– Εγώ που λέτε, όταν γεννήθηκα ήμουν μαύρος. Κατάμαυρος. Για να καταλάβετε, όταν με πήρε ο πατέρας μου στην αγκαλιά στο μαιευτήριο, έριξε μία καχύποπτη ματιά στη μάνα μου και συνέχισε να με κοιτάζει για να βεβαιωθεί ότι το παιδί που κρατούσε ήταν όντως δικό του. Το σόι κόντεψε να πεθάνει όταν με πρωτοαντίκρισαν. Σταυροκοπιόντουσαν και έλεγαν ότι προσευχή ήξερε ο καθένας από μέσα του για να ξορκίσουν τον κακό δαίμονα που είχε κυριεύσει αυτό το αθώο μωράκι. Μεγάλη επιτυχία ο ερχομός μου σ’ αυτή τη ζωή λέμε ….

Τεσπα, μία μαυρίλα μου είχε μείνει στο δέρμα μεγαλώνοντας και γενικά έμοιαζα με παιδί που το έκλεψαν από τίποτα φαβέλες στην Κολομβία. Επίσης, μου είχαν κολλήσει και το νικνειμ «Εισαιοδιαολοςπροσωποποιημενος!!!» αφού από τα νεύρα μου επειδή κανείς δεν με έπαιζε στο σχολείο (τα κωλ…ε… παιδιά, σόρυ μωρό μου) πετούσα τα πράγματα μου κατευθείαν στο κεφάλι τους (και κλωτσιές έριχνα τώρα που το θυμήθηκα, ε ρε μεγάλες εποχές….) αλλά στην πραγματικότητα ήμουν μία εξαιρετικά αγγελική ψυχή. Προστάτευα όλα τα αδέσποτα στη γειτονιά, έπαιζα μπουνιές με όσους ασκούσαν μπούλινγκ στα μικρότερα παιδιά και βεβαίως, όπου υπήρχε μαθητική πορεία, ήμουν στην πρώτη σειρά και ούρλιαζα για τα δικαιώματα των μαθητών. Καλά, πετούσα και καμία πέτρα όταν μας κυνηγούσαν οι μπατς…ε.. αστυνομικοί αλλά το έκανα για να αποδοθεί δικαιοσύνη στο σύστημα.

Όπως αντιλαμβάνεστε, με τόσες προκαταλήψεις που κουβαλούσα από τότε, αναπόφευκτα μπήκα στο χώρο του χέβυ μέταλ, άρχισα να φοράω μαύρες ξεσκισμένες μπλούζες, να καπνίζω, να βρίζω σαν φορτηγατζής, νάτο και το περιθώριο. Με περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Αλλά δεν με ένοιαζε πλέον. Είχα φτάσει 18 και είχα καταφέρει να μπω στο Πανεπιστήμιο γιατί, όσο αλήτης και να ήμουν, λάτρευα το διάβασμα. Ανωμαλία θα μου πείτε αλλά χου κερς; Εγώ κατάφερα να κάνω το όνειρο μου πραγματικότητα. Τώρα θα ξεκινούσε η ζωή μου.

– Και ξεκίνησε επειδή με γνώρισες….
– Ναι, τι να λέμε, μεγάαααααλη τύχη…. Έλα, πλάκα κάνω βρε αγάπη! Συνέχισε εσύ τώρα να σκουπίσω τον καφέ που μου έφτυσες στα μούτρα…

– Καλάααα… Δεν τις γλιτώνεις τις μπάμιες το βράδυ κύριος, μη σου πω ούτε και αύριο… Ας επιστρέψουμε στο λοβ στόρυ μας τώρα.

Μπήκα λοιπόν στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, να ‘ναι καλά οι χιλιάδες ώρες φροντιστηρίων που πλήρωσαν οι γονείς μου για να τα καταφέρω γιατί σκράπας ήμουν αλλά με το γλυκύτατο λέγειν και το πλούσιο λεξιλόγιο μου το τσάκωσα το 15άρι και μπήκα μετά Βαΐων και κλάδων εκεί που ήθελα.

Πρώτη μέρα στη σχολή, φοράω το ταγιεράκι μου, τις 12ποντες γόβες μου, χτενίζω τα κατάξανθα μαλλιά μου σε έναν επιμελώς ατημέλητο κότσο, παίρνω την Λουι Βιτόν τσάντα μου και περνάω τη μεγάλη πύλη, έτοιμη να κατακτήσω τον κόσμο. Και με το που περιμένω με ύφος χιλίων καρδιναλίων στη γραμματεία της σχολής για να γραφτώ, αισθάνομαι κάτι καυτό να διατρέχει την σπονδυλική μου στήλη. Όχι, δεν ήταν από τη συγκίνηση χρυσά μου, ήταν το καυτό καπουτσίνο που ο κύριος μπροστά σας αποφάσισε να ρίξει στην πλάτη μου τη στιγμή που τον έσπρωχναν κάποιοι που έτρεχαν στο διάδρομο. Γυρίζω να δω ποιος μου κατάστρεψε την πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο και διαπιστώνω ότι με κοιτάει ένας ψηλός, μουσάτος, μακρυμάλλης τύπος με μαύρο κολλητό τζιν, αρβύλες και μπλούζα Rotting Christ με κάτι πεντάλφες πάνω και δαίμονες που έτρωγαν κάτι παιδάκια, κοινώς η κόλαση του Δάντη πάνω του, αλλά είχε κάτι ματάρες…… Αρχίζω να ουρλιάζω και να βρίζω ωσάν νταλικέρης στην Εθνική οδό ενώ ο σκληρός χεβιμεταλλάς μπροστά μου με κοιτάζει χωρίς να πει κουβέντα. Κι αφού τον στόλισα με όσα κοσμητικά επίθετα θυμόμουν (ή επινόησα εκείνη τη στιγμή), απομακρύνθηκα βρίζοντας προς την αίθουσα για να διαπιστώσω μισή ώρα μετά ότι ο υπαίτιος της καταστροφής μου έμπαινε στην ίδια αίθουσα με μένα, κοιτώντας προς το μέρος μου αδιάφορα. Αδιάφορα ρε φίλε……!!

– Χαχαχαχαχαχαχα όσο θυμάμαι εκείνη τη μέρα… ωχ βρε συ ΜΗΝ ΒΑΡΑΣ ΠΟΝΑΩ!! Εντάξει, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί τότε. Δε νομίζω ότι έχω ξανακούσει γυναίκα με τέτοιο στόμα αλλά ξέρετε κάτι; Ήταν η στιγμή που την ερωτεύτηκα. Τόσο μαζόχας ήμουν από μικρός, όπου με έφτυναν εγώ κολλούσα.

– Άντρας κλασσικός αγάπη μου αλλά το θέμα είναι ότι εγώ δεν την πάτησα τότε. Εγώ άνοιξα τον λάκκο μου τη μέρα που μας έδωσαν εκείνη την ομαδική εργασία και μας έβαλαν να την κάνουμε μαζί, ενώ εγώ είχα βγάλει καντήλες που θα συνεργαζόμουν με τον τύπο άσε-με-ήσυχο-δε-σε-γουστάρω-λέμε. Αλλά βλέπεις, μία το ζεστό εσπρέσο που με περίμενε μαζί με σένα κάθε μέρα έξω από τη σχολή που συναντιόμασταν για να πάμε στη βιβλιοθήκη, μία τα βιβλία που μου έδινες δήθεν αδιάφορα για να βοηθηθώ στο διάβασμα και έμενες πίσω εσύ στα μαθήματα, μία το ότι με γύριζες στο σπίτι μου κάθε μέρα με τη μηχανή σου (για να διαβάσω και καλά…) ενώ μετά έπρεπε να οδηγήσεις 30 χιλιόμετρα για να επιστρέψεις στο δικό σου. Ε, όλα αυτά γλύκαναν την καρδιά μου και με έκαναν να σε αγαπήσω αφάνταστα μέχρι σήμερα μωρό μου….

– Κοριτσάρα μου εσύ… κι εγώ σ’ αγαπάω, έλα να αγκαλιάσω και να φιλήσω το μωρό μου, την κουκλίτσα μου, το ζουζουνομπιρμπιλοχαζουλοπαιδάκι μου γουτσου γουτσου….

– Έλα τώρα αηδίες χαχαχαχαχαχαχα!!
Εντάξει λοιπόν, τώρα πλέον μάθατε πως η μαμά και ο μπαμπάς γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν και μετά από δέκα ολόκληρα χρονάκια έκαναν εσάς, τα αγγελικά διαβολάκια της ζωής μας. Φάτε λοιπόν τώρα τα μπισκότα σας, μαζέψτε τα παιχνίδια σας από το πάτωμα και πάμε στο πάρκο να κάνουμε κούνιες! Άντε, φεύγουμε!!

– Ζακέτα να βάλετε!