Ντίλι ντίλι ντίλι
μια ιστορία θα σου πω, να γίνουμε και φίλοι.
Δεν έχει πρίγκιπες και δράκους, δεν είχε μέρη μαγικά,
έχει μικρούτσικα μυρμήγκια, που τρέχουνε σαν παλαβά.
Βροχούλα έπιασε μια μέρα, βροχούλα ξέρεις δυνατή
και κρύφτηκαν τα μυρμηγκάκια να μην πνιγούνε δηλαδή.

Μέσα στη μυρμηγκοφωλιά τους, θα μπούμε εγώ και εσύ μαζί.
Μονάχα κάνε ησυχία να μην μας πάρουνε γραμμή!
Τα βλέπεις που συνεδριάζουν; Έχουνε θέμα σοβαρό.
Έρχεται βλέπεις ο χειμώνας και φέρνει κρύο τσουχτερό.
Δεν θα μπορούν έξω να βγούνε, για να μαζέψουνε τροφή,
πρέπει να κάνουνε καβάτζα προτού το χιόνι να φανεί.
Και να ταν μόνο αυτό το θέμα, που είναι όλα σκεφτικά,
έχουνε και ένα μυρμηγκάκι, που έχει χάσει τα μυαλά.

Κοίτα εκεί σε μια γωνίτσα. Εκείνο το μοναχικό.
Κανένας δεν το αγαπάει, γιατί είναι διαφορετικό.
Μονίμως χάνει τη σειρά του, μονίμως πέφτει και χτυπά,
μονίμως κάπου ταξιδεύει και κάνει τ’ άλλα νευρικά.
Κουράστηκαν να το δικαιολογούνε, βαρέθηκαν τη στάση του αυτή.
Εκείνα είναι μυρμηγκάκια, έχουνε τάξη και ηθική!

“Δεν πάει άλλο αρχηγέ μου! Έφτασε ο κόμπος στον λαιμό!
Χτες βρεθήκαμε όλοι κάτω, από ένα ηλιόσπορο χοντρό!
Πως δεν μας σκότωσε, δεν ξέρω,
ήταν θαύμα απ το Θεό!
Πρέπει να βρεις εσύ μια λύση, πριν συμφορά μεγάλη ρθει.
Εμείς έχουμε απηυδήσει, δεν τον αντέχουμε στιγμή!”
“Του βάλαμε κομπρέσες , τον πήγαμε και στο γιατρό.
Και εκείνος λέει πως δεν υπάρχει για τον Σκουντούφλη γιατρικό!
Ακόμα και η επιστήμη, σηκώνει τα ποδαράκια της ψηλά,
γι αυτό ζητάμε από σένα, να αποφασίσεις τα σωστά!”
“ Για κάντε λίγο ησυχία, Σκουντούφλη έλα δω μπροστά.
Για πες σε μένα ποια είναι η αιτία , που λένε οι φίλοι σου όλα αυτά;
Πάντοτε ήσουνα παιδί μου, λιγάκι διαφορετικό,
μα τώρα βλέπω έχει απογίνει, το χάλι και ανησυχώ.
Τι σκέψεις σ’ αποσυντονίζουν; Που τρέχει ο νους σου, που γυρνά;
Πως έγινες από μυρμήγκι, τέτοια μεγάλη συμφορά;”

“Εγώ μεγάλε αρχηγέ μας… δεν θέλω να παραπατώ,
ούτε και θέλησα ποτέ μου, όλους να τους στεναχωρώ.
Μέσα σε τούτο το κεφάλι μια σκέψη έχει καρφωθεί
και δεν αφήνει το μυαλό μου στιγμή να ξεκουραστεί.
Γι’ αυτό συνέχεια σκουντουφλάω, γι’ αυτό χαλάω τη σειρά,
γι’ αυτό κανένας δεν με θέλει, μέσα στη μυρμηγκοφωλιά.
Μα αν σας πω τι είναι εκείνο, που ονειρεύομαι κρυφά,
φοβούμαι πως θα καταλήξω στην εξορία τελικά.”
“Μίλα αν έχεις το Θεό σου. Που θα με σκάσεις όπως πας!
Γυναίκα βρε μπας κι ειν’ στη μέση; Έρωτας είναι ο μπελάς;”
“Όχι αλήθεια σας το λέω. Δεν είναι θέμα ερωτικό.

Θα σας το πω και ας ευχηθούμε, να μην με διώξετε από εδώ.
Θέλω με τρέλα να πετάξω, να αγγίξω λίγο ουρανό.
Θέλω στα σύννεφα να σκαρφαλώσω, τον ήλιο από κοντά να δω!”
“Ήμαρτον Θεέ μου θα μας τρελάνει! Αυτό είναι κοσμοϊστορικό!
Που ακούστηκε ξανά μυρμήγκι, ιπτάμενο στον ουρανό!
Πως να πετάξεις βρε χαϊβάνι; Μήπως σου φύτρωσαν φτερά;
Άντε και με τις χαζομάρες, θα μείνει πίσω η δουλειά!
Λήγει το θέμα εδώ και τώρα. Να μην ακούσω ξανά χαζά.
Έξω η βροχή έχει κοπάσει, για μπείτε όλοι σε σειρά.”

Μα κοίταξε τον που δακρύζει. Δεν είναι κρίμα, εσύ τι λες;.
Δεν είναι ίδια όλα τα αστερία, δεν μοιάζουν όλων οι ματιές.
Τον προσπερνούν με περιφρόνια, τον κοιτάζουνε λοξά
και ξεκινάνε με πειθαρχία, να βγούνε έξω απ τη φωλιά.
Σκουπίζει εκείνος τα δάκρυά του, ρουφάει τη μύτη του δυνατά
και τελευταίος προχωράει, χωρίς να βγάζει τσιμουδιά.
Μα μια στιγμή, τι είναι τούτο, που από πάνω τους πετά;
Είναι πολύχρωμο και γυαλίζει, έχει πανέμορφα φτερά.

“Συναγερμός, συναγερμός, κρυφτείτε έρχεται εχθρός!” φωνάζει δυνατά ο αρχηγός.

Σκορπίζουν έτσι τρομαγμένα, να βρούνε κάπου να κρυφτούν,
τρέμουνε και είναι σαν χαμένα, πουλί πως έρχεται θαρρούν.
Μόνο ο Σκουντούφλης μαγεμένος, κοιτάει ψηλά στον ουρανό,
μοιάζει σαν να ναι υπνωτισμένος και δεν φοβάται ούτε λεπτό.
Τότε εκείνη κατεβαίνει, πατάει στο χώμα απαλά,
ένα χαμόγελο του ρίχνει και εκείνος πάει πιο κοντά.
“Μοιάζεις κυρά μου με οπτασία. Είσαι ένα πλάσμα θεϊκό.
Βοήθησε με να πετάξω, κάνε τ’ όνειρο μου αληθινό”,
παρακαλάει με λαχτάρα και εκείνη ξέρει πως μπορεί,
απλώνει έτσι το φτερό της , επάνω της να ανεβεί.

Ποιος θα σου πει ως που θα φτάσεις; Ποιος θα σε δέσει με τη γη;
Αρκεί μονάχα λίγη πίστη και να ‘χεις φίλους με ψυχή.
Μια πεταλούδα όλο χάρη και ένα μυρμήγκι μια σταλιά,
μαζί κατάφεραν μια μέρα, να κάνουν πράγματα τρελά.
Πάνω στην πλάτη της γελάει, πετάει στα σύννεφα ψηλά,
είναι ένα ιπτάμενο μυρμήγκι, που το όνειρό του κατακτά.
Και όταν τελείωσαν τη βόλτα, εκείνη πίσω τον γυρνά,
πρέπει να πάει στους δικούς της και εκείνος πάλι στη φωλιά.

“Μακάρι να μπορούσα κάπως, να ανταποδώσω το καλό.
Αχ να ξερες πόσο μεγάλη αξία, είχε το δώρο σου αυτό!
Πάντοτε φίλη μου θα σε έχω, μες την καρδιά μου φυλακτό
και σου υπόσχομαι στο μέλλον, να έρθω να σε ξαναβρώ!”

είπε ο Σκουντούφλης στο αυτί της και εκείνη τον γλυκοφιλά,
με ένα χάδι τον ακουμπάει, πάνω στο έδαφος ξανά.
Και όπως την βλέπει να ξεμακραίνει, να χάνεται στο δειλινό,
αναρωτιέται με αγωνιά μην το φαντάστηκε όλο αυτό;
Μα κοίτα βγαίνουν τα μυρμήγκια απ’ τη κρυψώνα τους αργά,
μοιάζουνε όμως αλλαγμένα, μοιάζουνε διαφορετικά.
Χειροκροτάνε τον Σκουντούφλη, τον αγκαλιάζουνε σφιχτά,
πλέον ξέρουνε και εκείνα, πως όλα είναι δυνατά.

Και κάπως έτσι μικρέ μου φίλε, η ιστορία μας αυτή,
φτάνει σιγά σιγά στο τέλος, ώρα για ύπνο δηλαδή.
Πλύνε τα δόντια σου, σκεπάσου και κάνε όνειρα σωρό
και μη ξεχνάς πως δεν πειράζει, αν κάποιο είναι παλαβό.

Ντίλι, ντίλι, ντίλι, φεύγω εγώ σιγά σιγά και θα τα πούμε, άλλη φορά.