Όλα άρχισαν με ένα καταΐφι που πρόσφερε η Μαιρούλα στο Μάκη (ας τους πούμε τώρα Μάκη και Μαιρούλα, αληθινά ονόματα δε λέμε – υπολήψεις δε θίγουμε) όταν ο Μάκης, αδερφός της κολλητής της, τη βοήθησε στη μετακόμιση. Και καθώς ο Μάκης και μαστόρι τσίφτικο ήταν και τα σωστά εργαλεία διέθετε, της έκανε κάνα δύο μερεμετάκια, της τακτοποίησε και τα υδραυλικά και της άλλαξε και τα φώτα.

Η Μαιρούλα, λοιπόν, που ούτε αχάριστη δεν ήταν ούτε καμία ξινή, του έβγαλε του ανθρώπου ένα Χ καταΐφιπου έτυχε να της βρίσκεται στο ψυγείο (δε θέλω σχόλια για τις διατροφικές συνήθειες της Μαιρούλας, α!) Έτσι, ενώ κολυμπούσαν ανάμεσα σε λαδομπογιές και σιρόπια, κάνανε κάμποση φασαρία, εδώ που τα λέμε, γλώσσα δε βάλανε μέσα, τους παίρνει πρέφα ο Μεγάλος από ψηλά. Ώπα, τι έχουμε εδώ;;; Και σηκώνει το κόκκινο τηλέφωνο, την απευθείας γραμμή με το Λιτσάκι, την Πατέρα, ντε. Έλα, μεγάλε, Ναι, Υδροχόος με Ιχθύ,μπουχαχαχα. Πολύ γέλιο θα ρίξουμε πάλι, απεφάνθη το Λιτσάκι. Βάζω το ποπκορν, φέρε τις μπύρες. Στρώθηκε το παρεάκι να παρακολουθήσουν το σόου, καθότι Νόβα και Νέτφλιξ δεν υπήρχαν εκείνα τα προϊστορικά χρόνια και τα κρατικά παίζανε κάτι ντοκιμαντέρ τύπου Η αναπαραγωγή της αμοιβάδας – έλα παππού να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου, να πούμε, σκέφτηκε ο Μεγάλος, και προτίμησε το σήριαλ Μάκης και Μαιρούλα, ή Πώς 1+1=6.

Διότι, ο Μάκης και η Μαιρούλα ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου λίαν συντόμως. Βασικά, μόνο την «ένωση» είχαν μονίμως στο μυαλό τους, όχι την ΑΕΚ, βάζελοι ήταν τα παιδιά, την άλλη ήθελαν, που γίνονται οι δύο σάρκα μία, ε, α γεια σου, αυτή! Για να μην τα πολυλογούμε, τέλος πάντων, βρέθηκαν να ποζάρουν ο Μάκης με την προπέλα στο λαιμό και η Μαιρούλα με την τούρτα – νυφικό έξω από την Εκκλησία. Θα μου πεις τώρα, δεν ήξεραν – δε ρώταγαν; Ε, ΟΚ , τους ξεγέλασαν οι δικοί τους και κάτι κολλητάρια, ωραίο πράγμα ο γάμος, τους παραμύθιασαν, όλα γκούντ! Χμμμ…

Στον πρώτο καυγά, και αφού ψάξανε χωρίς αποτέλεσμα ο ένας τον άλλον για κάρτα αλλαγής, η Μαιρούλα το ‘παιξε Λυσιστράτη κι ο Μάκης έκανε το βαρύ πεπόνι στον καναπέ του σαλονιού. Κάνα δυο βράδια δηλαδή γιατί, εντωμεταξύ, στον ουρανό χτύπησε αλάρμ.

Δύο βασανισμένα αγγελούδια, με βάτες, είπαμε,ήταν η δεκαετία – ντροπή της μόδας, χτύπησαν την πόρτα του αφεντικού. «Διαμαρτυρόμαστε για τις συνθήκες εργασίας. Φάγαμε τα 25 καλύτερα χρόνια της ζωής μας τρέχοντας πίσω από τα βλαμμένα. Κι εσύ τους αφήνεις να παντρευτούν;;;; Θα μας ξεκάνουν. Στιγμή δε μπορούμε να τους αφήσουμε μη φαγωθούν. Ούτε μια περμανάντ με την ησυχία μας δε μπορούμε να κανουμε πΧιά»
Ψύχραιμος ο Μεγάλος, βγάζει τα κιτάπια του, «μπλα μπλα μπλα, να εδώ, στα ψιλά γράμματα, το λέει καθαρά η σύμβασή σας, μπλα μπλα μπλα, υπογράψατε μπλα μπλα και δια πάσαν μαλακίαν. Πάτε τώρα κάτω να τους συμμαζέψετε, κάνει κοιλιά το σενάριο, να πούμε, θα μας το κλείσουν το μαγαζάκι οι διαφημιστικές»
Πάνω στο μαναφούκι, περνώντας απ’ έξω κι ο Κθούλου, μυρίζεται τη μανούρα, «εεεεπ, τι έχουμε εδώ μεγάλε, ε, τα γνωστά δικέ μου» και αφού ξαπόστειλαν το λούμπεν προλεταριάτο – αγγέλια – να καθαρίσει τη βρωμοδουλειά, άραξε το μπος με το αντίπαλο δέος να παρακολουθήσουν το ντέρμπυ Μαιρούλα-Μάκης σε απευθείας, που σύντομα, τα ξαναβρήκαν.

Όσο, λοιπόν, έσταζε σιρόπια το ζεύγος, έτρεχαν από πίσω με τις σφουγγαρίστρες τα αγγελούδια κι όταν εκσεφενδόνιζαν ο ένας στον άλλο πορσελάνες, τράβαγαν τις οξυζεναρισμένες περμανάντ τους. Και καθώς ο Μάκης και η Μαιρούλα ωραία παιδιά ήταν και τίποτα δεν τους έλειπε – μην το κάνουμε τώρα θέμα τους 20 πόντους που λείπανε απ’ τη Μαιρούλα – είπανε να το διαιωνίσουν το είδος.

Ένα ωχ! ακούστηκε από ψηλά αλλά πνίχτηκε εντέχνως με έναν κεραυνό. Έτσι, βρέθηκαν να γιορτάζουν την πρώτη επέτειο με ένα μωρό, ψάχνοντας τις οδηγίες χρήσης του και βλέποντάς τα όλα κωλυόμενα. Διότι το βρέφος όχι μόνο ήρθε χωρίς μάνιουαλ – πως μπαίνει σε σλιπ μόουντ, ρε; – αλλά συνδέθηκε και με το βυζί – και με τα δύο δηλαδή – της μάνας του, εξόρισε το Μάκη στον καναπέ και προκάλεσε στη Μαιρούλα τέτοια μετάλλαξη που θύμιζε πια κάτι ανάμεσα σε γουόκιν ντεντ και τη μάνα της. Σιιτ.

Ένα βράδυ που η αϋπνία και η αγαμία είχαν βαρέσει κόκκινο, έριξαν τον πρώτο μ.π. (Μετά το παιδί) καυγά: που μ’ έχεις γραμμένο / δε με βοηθάς / μπουουχου / βαρέθηκα κλπ κλπ.
Ψηλά , τα στοιχήματα έπεφταν βροχή. 12 μήνες τους δίνω, έλεγε ο κοντός κι έτριβε τα χέρια του.
Ναι, καλά,
τον προσγείωσε ο Πετραν, που είχε κλείσει το θυρωρείο κι είχε έρθει για μπιρίμπα. Ο Μεγάλος ξέρει. Γιου νόου σεξ συμφιλίωσης;
– Α, είπαμε να παίζουμε τίμια, θα σε βγάλω στην αναφορά, διαμαρτυρήθηκε ο κοντός, αντιαθλητικό, δε σας παίζω και κάτι τέτοια και έφυγε τσαντισμένος να ανεβάσει το θερμοστάτη στα καζάνια.

Ανέβηκε και του Μάκη και της Μαιρούλας η θερμοκρασία, δε θέλανε και πολύ, και του κατ ε λονγκ στόρυ σορτ, ξαναπιάσανε παλιά μου τέχνη κόσκινο. Κι αφού το πρώτο μοντέλο τους είχε πετύχει, είχαν πάρει πια το κολάι, διάβασαν βιβλία, είχαν και καλό παιδίατρο, είπαν να το επαναλάβουν. Πιάσε άλλα 3 από τα ίδια! Έχουμε και λέμε : ένα κεμπάπ, δύο πιτόγυρα, μια χωριάτικη, 2 αγόρια, 2 κορίτσια, Ε, αυτά για αρχή και βλέπουμε. Εεεέφτασέιιιιι!

Βρέθηκε έτσι ο Μάκης, ο πολύτεκνος, να γίνει φίρμα μεγάλη στα σουπερμάρκετ της περιοχής, φήμες λένε ότι κατέβαιναν ο ίδιος ο ΑλφαΒήτας και ο Σκλαβενίτης αγκαζέ να του ανοίξουν τις πόρτες, οι ταμίες καθησύχαζαν τους πελάτες που, όταν τον έβλεπαν με το καρότσι τίγκα στα Νουνού, τις πάνες και τις σερβιέτες, άρχιζαν να φωνάζουν έντρομοι «πόλεμος, πόλεμος» και κάτι συγγενείς είπαν ότι μετακομίζουν στην Ανταρκτική και δεν τους ξανακάλεσαν σπίτια τους.

Πέρασαν τα επόμενα 20 χρόνια περίπου με ξεσκάτισμα (φαντάσου 4 παιδιά να κολλάνε όλα μαζί γαστρεντερίτιδα @@@@), στοίβες ασιδέρωτα, ντύσιμο βιβλίων, τρέξιμο από μπάσκετ σε Αγγλικά και από Ρυθμική σε φροντιστήρια, ξέφρενα παιδικά πάρτυ και διάβασμα ρε φίλε. Ξαναπέρασαν όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης × 4. Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως. Και πολύ παιχνίδι, όλων των ειδών. Και πάνω απ ‘ όλα, ΦΑΪ.

Μεγαλώνοντας τα μωρά, θέλανε ένα κοπάδι αρνιά, ένα κοτέτσι αυγά, ένα μποστάνι ντομάτες κι ένα φούρνο ψωμί στην καθισιά τους. Έμαθε κι ο Μάκης να φτιάχνει από τεροπίτα με κορτάρι μέχρι πάστα Φλώρα. Αλλιώς, ποιος ξέρει, μπορεί να τρώγανε κι αυτόν και μαζί και τη Μαιρούλα του, που εντωμεταξύ, είχε πάρει τα πάνω της και κυκλοφορούσε πια μοντέλο και πολύ γούσταρε ο Μάκης.

Κι αφού πια μέσα στην ημέρα, δεν έμεναν στιγμή μόνοι τους, αναγκαστικά κόπηκαν και οι καυγάδες.
Α κατσ ‘ Α ‘ μαλωσ ‘; Δε γαμιέται, είπαν και επιδόθηκαν με ζήλο στο έτερο άθλημα που ήξεραν καλά και το οποίο, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, βελτιώνει την ψυχική υγεία, καταπολεμά τις ημικρανίες και συμβάλλει τα μέγιστα στη μακροζωία. Κάνει και το δέρμα να λάμπει, εξού και οι σέλφιζ – Τύπου Χόλυγουντ και άνευ φίλτρου, περικαλώ.

Ο χρήστης Γκαντ, ο Τζούνιορ και άλλοι 300 στην τοποθεσία Χέβεν, λάικ δις και τρίβουν τα χέρια τους.
»Πετραν, πάμε ταμείο! Ιτ Μάι νταστ, κοντέ»