Μια ακτίνα φωτός μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο. Η σκόνη στον αέρα στάσιμη, καμιά κίνηση. Στο πάτωμα τα λερωμένα με αίμα ρούχα της και ένα παλιό στρώμα με μούχλα και βρώμα. Εδώ άφησε την τελευταία της πνοή πριν δώσει πνοή σε ένα άλλο, νέο πλάσμα. Ένα πλάσμα που της έδωσε την ελευθερία που αποζητούσε χρόνια τώρα κλεισμένη μέσα σε αυτό το βρόμικο υπόγειο. Έμεινε εκεί μέσα για 12 χρόνια ολόκληρα. Δεμένη με μια αλυσίδα στο δεξί της πόδι που αιμορραγούσε από την μολυσμένη της πληγή.

Ήταν το πιο όμορφο κορίτσι της γειτονιάς, ένας άγγελος 15 ετών. Τα ξανθά της μακριά μαλλιά τα ζήλευαν όλοι. Το ζεστό της χαμόγελο και τα λαμπερά της πράσινα μάτια. Αυτά ζήλεψε κι εκείνος και αποφάσισε να τα κάνει μόνο δικά του με την βία. Δεν άντεχε το άρρωστο μυαλό του την ιδέα, αυτό το κορίτσι να αγαπήσει άλλον και να αγαπηθεί. Την παρακολουθούσε μέρες ολόκληρες, σχεδίασε το έγκλημα του με κάθε λεπτομέρεια. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς, δεν έπρεπε να μάθει κανείς. Την ξεγέλασε επειδή του είχε εμπιστοσύνη. Δεν φανταζόταν ποτέ πως θα της έκανε κακό εκείνος. Πήγε μαζί του και δεν γύρισε ποτέ.

Όλοι έκλαψαν για αυτό το κορίτσι. Ακόμα και ο στριμμένος γέρος του δίπλα σπιτιού. Ίσως κάτι είχε υποψιαστεί, κάτι είχε δει. Δεν πρόλαβε όμως να πει κάτι, βρέθηκε νεκρός μετά από 3 μέρες της εξαφάνισης της.

Έψαχναν για μέρες να την βρούν. Εκτός από εκείνον, ήξερε που ήταν και μέσα του χαιρόταν απίστευτα για την επιτυχία του να την έχει μόνο δική του. Το κορίτσι μπερδεμένο και τρομαγμένο δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτός που αγαπούσε τόσο πολύ την έδεσε και την έκλεισε σε αυτό το σκοτεινό και βρόμικο μέρος.

Οι μέρες περνούσαν, η φωνή της χάθηκε, τα μάτια της έχασαν την λάμψη τους και τα μαλλιά της ήταν πιο βρόμικα από ποτέ. Εκείνος θόλωσε από απογοήτευση και απέχθεια. Εκεί ξεκίνησε το πραγματικό μαρτύριο του κοριτσιού. Επί 12 χρόνια το κορίτσι αυτό βασανίστηκε όσο δεν μπορεί να φανταστεί ο νους. Έγινε στα χέρια του η άψυχη κούκλα του, το παιχνίδι του.

Είχε μείνει 40 κιλά σώμα και καθόλου ψυχή μέσα της. Ξαφνικά άρχισε το σώμα της να αλλάζει, η κοιλιά της να φουσκώνει. Αηδίασε στην ιδέα ότι εκεί μέσα υπάρχει ένα μωρό, δικό του μωρό. Ίσως, σκέφτηκε, τώρα θα με αφήσει ελεύθερη, δεν του είμαι χρήσιμη. Μάταια όμως, εκείνος έγινε ακόμα ποιο βίαιος. Δεν του αρέσει να του χαλάνε τα σχέδια.

Σήμερα ήρθε πάλι το τέρας και αφού ασέλγησε στο κορμί της, την κλότσησε με δύναμη στην μεγάλη πλέον κοιλιά της. Έφυγε γελώντας, γεμάτος από τα βασανιστήρια που της έκανε και ευχαριστημένος που πλέον δεν αντιδρούσε καθόλου.

Άρχισε να ξυπνάει από τον λήθαργο της όταν ένιωσε φρικτούς πόνους στην κοιλιά της. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να μην ακουστεί η φωνή της. Όσο περνούσε η ώρα ο πόνος γινόταν πιο δυνατός, πιο έντονος. Κάτι την ωθούσε μέσα της να ουρλιάξει και δεν ήταν ο πόνος που ένιωθε εκείνη την στιγμή. Ήταν ο πόνος των 12 χρόνων κλεισμένη εκεί μέσα. Είχε ξεχάσει τον ήχο της φωνής της, τρόμαζε ακόμα και στο ψίθυρο της. Μα τώρα ούρλιαξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Το κορίτσι αυτό ήταν δεμένο στο υπόγειο του σπιτιού του σε κρυφό δωμάτιο που είχε φτιάξει ο αγαπημένος της πατέρας 12 χρόνια πριν. Κανείς δεν έψαξε εκεί. Κανείς δεν φαντάστηκε. Ίσως μόνο ο στριμμένος γείτονας αλλά δεν πρόλαβε να μιλήσει, πριν τον στραγγαλίσει ο παΤΕΡΑΣ.

Τα ουρλιαχτά της ακούστηκαν παντού εκείνο το βράδυ. Την βρήκαν, επιτέλους τέλειωσε το μαρτύριο της. Πέθανε στα χέρια ενός αστυνομικού που με δακρυσμένα μάτια και τρεμάμενα χέρια από το σοκ την κρατούσε αγκαλιά σε μία λίμνη αίματος.

Το παιδί που βγήκε από μέσα της ήταν ένα πανέμορφο ξανθό κοριτσάκι με πράσινα μάτια και χαμογέλασε τόσο γλυκά όταν το έβγαλαν από αυτό το καταραμένο σπίτι.