Δεν ξέρω αν όλες οι κόρες έχουν αδυναμία στους μπαμπάδες τους, πάντως εμένα η αδυναμία μου δεν είχε όρια. Ο μπαμπάς μου ήταν ο σούπερ ήρωας μου. Ο Βασιλιάς. Το ταβάνι τελοσπάντων…
– Μαμά, μη ζηλεύεις!!! –
( Ήταν… Αόριστος! Καθόλου τυχαία επιλογή χρόνου. Καμία περαιτέρω ανάλυση προς το παρόν!)

Πες μου εσύ, πως μπορώ εγώ να μην έχω αδυναμία σ’ έναν άνθρωπο που στάθηκε δίπλα μου στα πρώτα μου βήματα. Σε όλα τα πρώτα βήματα. Απ’ τη στιγμή που πιάστηκα απ’ τον καναπέ για να σταθώ όρθια, μέχρι την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στο παρκέ ή την πρώτη μέρα που μπήκα στη σχολή. Που με έβριζε όποτε έκανα μια βλακεία και δε μου χρύσωνε το χάπι. Πάχαινα; Για τη μαμά θα ήμουν μια κούκλα, αλλά για το μπαμπά μια φώκια με πόδια. Τσακωνόμουν με τις φίλες μου; Η μαμά «κάτσε να μιλήσετε, φίλες είστε! Θα τα ξαναβρείτε!», ο μπαμπάς «εσύ φταις κι εσύ θα το λύσεις!». Μόνο όταν είχα μια αποτυχία σε εκπαιδευτικό επίπεδο ταυτίζονταν… «Μην αγχώνεσαι! Σιγά! Δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου!». Γιατί οι γονείς ξέρουν…

Και συνεχίζω…

Που περνούσε ώρες (όταν η μαμά εργαζόταν νύχτα) να μαγειρεύει μακαρόνια με σάλτσα λαχανικών ή που καθόταν να διαλέξει το καλύτερο τοστ για τον τελικό μαγειρικής (κάτω των 13 ετών) ανάμεσα σε μένα και την αδερφή μου. Που δεν έχανε προπόνηση για προπόνηση. Πάντα στην ακριανή καρέκλα στην πάνω-πάνω σειρά. Κι όχι μόνο δεν έχανε προπόνηση, αλλά ένιωθε και τύψεις που πήγαινε περισσότερες φορές στης αδερφής μου κι όχι σε εμένα…

«Κατερίνα, συγγνώμη που δεν έρχομαι συχνά, αλλά πρώτον, δεν το καταλαβαίνω το polo και δεύτερον, κάνει κρύο στο ανοιχτό γήπεδο!». Λες κι εγώ θα μούτρωνα επειδή Γενάρη μήνα, ο μπαμπάς μου προτίμησε να πάει στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ να δει τη Μαρία κι όχι στο ανοιχτό κολυμβητήριο στο Ο.Α.Κ.Α.
Εδώ καλά-καλά, ούτε εγώ δε βουτούσα!

Που ήξερε πάντα, μα πάντα ο άτιμος, τα love crushes μας και κάθε Κυριακή μεσημέρι, στο οικογενειακό τραπέζι, ρωτούσε «τι κάνει ο φίλος μου, ο τάδε;» και μας καθόταν η μπουκιά στο λαιμό. Που ήρθε και με παρέλαβε με μια τεράστια ανθοδέσμη απ’ το αεροδρόμιο όταν γύρισα απ’ την 5ήμερη επειδή ήξερε πόσο κλάμα είχα ρίξει και πόσο απαίσια είχα περάσει τότε. Που δε με άφησε μόνη μου όταν χρειάστηκα βοήθεια για να ξεπεράσω το τρίπτυχο της αποτυχίας (proficiency, χυλόπιτα, Πανελλήνιες). Που μου έλεγε να μη στεναχωριέμαι αν δεν πιάσω το στόχο μου γιατί υπάρχουν και τα κολέγια (πόσο λάθος έκανα που δε σε άκουσα τότε!).

Που όταν έδινα Πανελλήνιες, κατέβαινε στο δωμάτιο και με έβλεπε ξημερώματα να σβήνω και να γράφω τις άσπρες ντουλάπες με μαρκαδόρο για ασπροπίνακα κι αντί να με βρίσει, μου έφερνε κι άλλο οινόπνευμα. Που όταν έδινα (φοιτήτρια πια!) στατιστική (ή υπολογιστές, δε θυμάμαι!), τον είχα πάρει τηλέφωνο και έλεγα «ναι, μπαμπά, εγώ δε θα πάω να το δώσω. Κρίμα να πάω και να κοπώ! Όχι, δε θα πάω!» κι εκείνος δεν έλεγε τίποτα περισσότερο απ’ το «παιδάκι μου, κάνε ό,τι θέλεις, σε παρακαλώ πολύ!». (Αυτό μπορεί να σας το επιβεβαιώσει η κολλητή μου, η Μαρία).

Που έκλαιγε με τις χαρές και τις λύπες μας. Που πηγαίναμε βόλτες και βλέπαμε παιδικά. Που παίζαμε επιτραπέζια και play station. Που μας ανεχόταν και τις τρεις. Ένα λιοντάρι, έναν Παρθένο κι έναν Τοξότη. Που του φέραμε τα κουτάβια και αμέσως τα «εσύ θα το προσέχεις και θα το μεγαλώσεις!» έγιναν αστραπιαία «έλα εδώ ρε μαλάκα που τρως το τηλεκοντρόλ!». Που άντεξε όλες μας τις φίλες με όλα τους τα δράματα.

Που πάντα είχε μια συμβουλή. Μια μεγάλη αγκαλιά και μπόλικη υπομονή. Μας μεγάλωσε για να στεκόμαστε όρθιες στα πόδια μας και ν’ ακολουθούμε τα όνειρά μας. Δεν μας πίεσε ποτέ και ποτέ δε μας ανάγκασε να κάνουμε το οτιδήποτε. «Όλα μπορείτε να τα κάνετε, αρκεί να το θέλετε!», έλεγε. Που μας μεγάλωσε για να είμαστε πριγκίπισσες κι αλήτισσες ταυτόχρονα! Που μας έκανε καλά παιδιά, καλά κορίτσια και καλές γυναίκες!

Που ήταν απλά ο μπαμπάς μας!
Και μετά απ’ αυτό, αναρωτιέμαι ξανά… Δεν ξέρω αν όλες οι κόρες έχουν αδυναμία στους μπαμπάδες τους, πάντως εμένα η αδυναμία μου δεν είχε, δεν έχει και δε θα έχει όρια…