Αδερφός. Όχι φίλος, αδερφός. Αίμα. Και δάκρυα και ιδρώτας. Όλα μαζί. Και γδαρμένα γόνατα και ράμματα στο φρύδι και ξύλο από τις μανάδες και ποδήλατα και σκέιτμπορντ και pc games και χαβαλές και αγγλικά φροντιστήριο και κοπάνες για μπάλα και ωριαία αποβολή από θρησκευτικά γιατί κάναμε tag “No Fear” στον Εσταυρωμένο και ζωγραφίσαμε πούρο στο στόμα του.

Και τσιγάρο και μπύρα. Και μουσική. Και κορίτσια. Και η ζωή μας όλη ένα γέλιο. Η ζωή μας όλη ένα αστείο.

Μα δεν είναι η ζωή μας όλη ένα αστείο, αδερφέ. Εγώ το ξέρω πια καλά. Σπουδές, στρατός, μεταπτυχιακό, δουλειά, δουλειά, δουλειά. Και είναι ώρα που θέλω να τα γαμήσω όλα και να πω “φύγαμε ρε” και να πάμε για μπιλιάρδο και μπύρες μέχρι να χάσω την αίσθηση του χρόνου, του τόπου και των ευθυνών. Το θέλω αδερφέ, το θέλω πολύ αλλά δε γίνεται.

Και μου θυμώνεις, κάνεις μούτρα και με βρίζεις σε γνωστούς. Πως με έβαλε η γυναίκα στο βρακί της, “που είναι ο φίλος σου” ρωτάνε και τους λες “αλλάζει πάνες στα μωρά, όπου να’ ναι θα τα θηλάσει κιόλας”. Και δεν ήρθες ούτε στις βαφτίσεις, “άσε με ρε, δεν είμαι εγώ για τέτοια, πάω Σ/Κ στη Τζια” είπες (δεν πήγες, το έμαθα και δεν πειράζει) – Ψέματα, πειράζει αδερφέ, ήθελα να πιεις ένα κρασί στην υγεία των παιδιών μου.

Ένα βράδυ έπαιξα κι έχασα όλα τα λεφτά που μου έδωσε ο πατέρας μου για να πληρώσω στο Πανεπιστήμιο για το μεταπτυχιακό μου. Ήσουν στο νησί, δούλευες σε μαγαζί και με ότι έβγαζες θα περνούσες τη χρονιά εκείνο το χειμώνα όταν θα γύριζες. Σε πήρα τηλεφωνο 4 το πρωί. Πως την έβγαλες άραγε εκείνη τη χρονιά; Δεν έμαθα ποτέ, εγώ πλήρωσα κανονικά τα μαθήματα μου. Λίγα χρόνια μετά σου έδωσα πίσω τα λεφτά. Γέλασες, τα πήρες και τα ‘φαγες την ίδια μέρα. Και μετά ήρθες για δανεικά. Και ξανά. Και ξανά. Και σου δίνω όχι επειδή σου χρωστάω αλλά επειδή είσαι ο αδερφός μου, επειδή είσαι εσύ. Κι ας με βρίζεις σε φίλους και γνωστούς.

Σε ζηλεύω λίγο. Ζηλεύω το ότι είσαι ακόμα πιτσιρικάς, με σκισμένο τζην, αθλητικά, καπέλο φορεμένο ανάποδα και οδηγείς σπορ αμάξι. Σε ζηλεύω όταν πήζω στη δουλειά, όταν με πνίγει το άγχος στο γραφείο, όταν ξενυχτάω με γκρίνιες και λογαριασμούς και μωρά που βγάζουν δόντια και κλαίνε χωρίς σταματημό και το κλάμα τους μου γανώνει τον εγκέφαλο, σε ζηλεύω. Σε ζηλεύω όταν Κυριακή μεσημέρι πρέπει να πάω στη “μαμά” για φαγητό και 10 μέρες τον Αύγουστο στο εξοχικό. Σε ζηλεύω που μπορείς να ανοίξεις τον πόρτα και να βγεις έξω χωρίς να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν, για πόσα πράγματα σε ζηλεύω να ‘ξερες. Και στο λέω, δε σε ντρέπομαι, στο λέω. Σε ζηλεύω. Μα αυτά που δεν σου λέω είναι αυτά για τα οποία με ζηλεύεις εσύ. Για εκείνη τη μία φορά που ήρθες σπίτι Χριστούγεννα και με είδες ντυμένο Άη Βασίλη. Για εκείνη τη μία φορά που κοίταξες στα γλαρωμένα μάτια του παιδιού μου και με είδες καθρεφτισμένο εκεί μέσα. Για εκείνο το ένα ποτήρι ουίσκι που ήπιαμε χωρίς να μιλάμε, εσύ με τα κλειδιά στο χέρι και γω με το κοιμισμένο παιδί στον ώμο. Ζηλεύω την ξεγνοιασιά σου αδερφέ, όχι τις επιλογές σου. Ζηλεύεις τα γεμάτα χέρια μου, όχι εμένα.

Μου λείπεις ρε. Και όταν κοιμάμαι καμιά φορά ονειρεύομαι πως κλωτσάμε ένα μπουκάλι στο δρόμο, γυρνώντας σπίτι από το σχολείο.

Να ’σαι καλά. Αδερφέ μου.

*Θα’ρθω να σε βρω απόψε. Δε θα θηλάσω τα παιδιά, πήρα ρεπό.

 

 

Piranhas