Ήταν μια μέρα του Αυγούστου πριν χρόνια. 14 χρόνων ήμουν.

Μια ακόμα μέρα που είχε γίνει καβγάς στο σπίτι.
Ο φόβος για άλλη μια φορά κυρίευε στην ψυχή μου.
Οι παλμοί μου χόρευαν τσιφτετέλι. Άγχος. Θα την δείρει; θα την σπρώξει; θα την βρίσει;

Ήταν από αυτούς τους θρασύδειλους που ασκούσαν εξουσία μονό στις αγαθιάρες γυναίκες τους. Ήταν από αυτούς τους προικοθήρες που τους αγοράζεις ταξί και σου λένε μα θέλω mercedes όχι nissan!
Φυγαμε με την μαμά μου κ τα μικρά αδέρφια μου για να ηρεμήσουν τα πράγματα. Εκείνοι γύρισαν σπίτι νωρίς. Εγώ κάθισα να παίξω με γειτονόπουλα, άλλωστε είχα ακόμα περιθώριο μέχρι της 20:55 που έπρεπε να περνάω την πόρτα σπιτιού. Αυτή την εντολή είχα από εκείνον. Τον πατριό. Την εξουσία.

Άνοιξα την πόρτα της πολυκατοικίας.
Πάτησα να ανοίξει το φως. Δεν άνοιξε. (σκέφτηκα τα φτύσε η λάμπα). Ανέβαινα σκαλιά, τον είδα στο πρότελευταίο πλατύσκαλο. ΤΡΟΜΟΣ.
Σε κλάσματα δευτερόλεπτου μου έκλεισε το στόμα. Με έβαλε στην mercedes με το κοκοράκι από πάνω. A 55.

Που με πας έλεγα
βόλτα να συζητήσουμε
Φοβόμουν.
Έκανα να ανοίξω την πόρτα του ταξί πολλές φορές για να διαφύγω.
Μάταια.
Περνούσαμε από χωράφια. Σταμάτησε σε ένα πάρκιγκ, να κατουρήσει είπε.
Είπε…
Με βίασε με συνοπτικές διαδικασίες.

Από τότε ναι σταμάτησε η παιδική μου ηλικία. Σταμάτησε η ζωή μου. Μόλις τέλειωσε αυτό που ήθελε νσ πετύχει ξεκίνησε για την επιστροφή. Ποια επιστροφή; Παρακαλούσα να τρακάρουμε. Παρακαλούσα να σκοτωθούμε.

Δεν τρακάραμε. Δεν σκοτωθήκαμε.

Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν. φοβόμουν.
Είχα για χρόνια το χαρτάκι από τα διόδια. Ναι.

Τον χώρισε τελικά η μάνα μου.
Ναι, ακόμα τον φοβάμαι.
Αλλά έκανα την αρχή.

Πέταξα το χαρτάκι από τα διόδια στο πάρκιγκ εκείνο. Κοίταξα τον φόβο μου κατάματα.
Έχω κάνει πρόοδο. Που θα πάει mercedes θα σε βγάλω από τα σωθικά μου.

 

Χωρίς  Όνομα