Η είδηση για την απόδραση του Πετρίδη έκανε τον Φίλιππο να έχει μία ανησυχία, ένα κακό προαίσθημα. Περίμενε πως το όποιο χτύπημά του, θα είχε στόχο εκείνον ή τον περίγυρό του. Είχε μεγάλη πείρα, πάντα έβλεπε μπροστά, προέβλεπε κινήσεις. Εδώ όμως δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο ταλέντο για να καταλάβει κανείς πως ο Πετρίδης είχε σχέδια εναντίον του. Του το είχε πει άλλωστε τότε, πριν την δική. Τον θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατο του φίλου και συνεργάτη του και θα φρόντιζε να πληρώσει γι’ αυτό.

Αρκετά χρόνια πριν, ο Φίλιππος ήταν στην δίωξη ναρκωτικών. Μια νύχτα στρίμωξαν μια σπείρα σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Έπεσαν πολλές σφαίρες, ο Πετρίδης συνελήφθη μαζί με άλλους, ενώ κάποιοι χτυπήθηκαν. Ένας από τους νεκρούς ήταν ο παιδικός φίλος του Πετρίδη μα κανένας δεν ήξερε από ποιο όπλο χτυπήθηκε. Μόνο ο Πετρίδης πίστευε πως ήταν ο Φίλιππος που τον πυροβόλησε. Τώρα ο Φίλιππος ήταν στο εγκληματολογικό και ο Πετρίδης είχε αποδράσει παίρνοντας δύο όπλα από δύο φύλακες, σκοτώνοντας τον έναν. Ήταν ελεύθερος, οπλισμένος και οργισμένος.

«Πρέπει να φυλάγεσαι. Μείνε μακριά από αυτή την υπόθεση Φίλιππε», ο Ανδρέας έκανε την ίδια σκέψη με τον Φίλιππο και ανησυχούσε για τον φίλο του.
«Αδερφέ, είμαι μέσα σ’ αυτή την υπόθεση! Αλλά μην ανησυχείς, θα είμαι καλά! Να λες ευτυχώς που είμαι μπακούρι, γιατί αν είχα οικογένεια μόνο για ‘κείνους θα ανησυχούσα τώρα», απάντησε γελώντας και προσπαθώντας να φανεί άνετος.
Μα ο Ανδρέας τον διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ένιωθε την ταραχή του. Τόσα χρόνια είχαν ζήσει μαζί, τόσα πολλά, που πλέον μπορούσαν να ακούν ο ένας την σκέψη του άλλου.
«Ξέρεις πολύ καλά τι σου λέω. Το ξέρω ότι το ξέρεις. Αυτά λοιπόν όχι σ’ εμένα!» ο Ανδρέας τον κάρφωνε στα μάτια.
«Βρε άντε πήγαινε στη γυναίκα σου, μην αργήσεις και φας καμιά παντόφλα κι άσε με εμένα! Άντε γιατί με τις ορμόνες της εγκυμοσύνης που την έχουν βαρέσει, εγώ στη θέση σου θα φοβόμουν περισσότερο την Στελλίτσα πάρα τον Πετρίδη!» τον έσπρωξε ελαφρά προς την πόρτα του γραφείου.
«Φίλιππε, πρόσεχε!» ο Ανδρέας τον κοιτούσε σοβαρός.
«Υπαστυνόμε, σχόλασες!» ο Φίλιππος μόλις έκλεισε την πόρτα σοβάρεψε απότομα το πρόσωπό του. Ο Ανδρέας στάθηκε έξω από την πόρτα σφίγγοντας την γροθιά του.
Ο ήχος του τηλεφώνου διέκοψε τις σκέψεις του Φίλιππου.
«Χρόνια και ζαμάνια αστυνόμε!»
«Ποιος είναι;» δεν ξαφνιάστηκε.
«Αν θέλεις να μάθεις έλα να με βρεις. Μόνος!»
«Τι θέλεις Πετρίδη;»
«Να μωρέ, εδώ με τη γυναίκα του φίλου σου τα λέμε. Της πρότεινα να βαφτίσω το μωρό… Αν φυσικά γεννηθεί».
«Τι είπες;» τα μάτια του Φίλιππου πετούσαν φλόγες, οι φλέβες στο λαιμό του ήταν έτοιμες να εκραγούν. Μια γυναικεία κραυγή από την άλλη άκρη της γραμμής του λύγισε τα γόνατα.
«Αν ειδοποιήσεις τον οποιονδήποτε, αν κάνεις το οτιδήποτε διαφορετικό από αυτά που θα σου πω, δεν θα την προλάβεις ζωντανή! Γι’ αυτό λοιπόν άκου…»

Ο Πετρίδης του έδωσε οδηγίες για έναν κάδο απορριμμάτων δύο τετράγωνα παρακάτω. Ο Φίλιππος ξεκίνησε μόνος χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν. Σε όλη την διαδρομή, ο Πετρίδης του μιλούσε στο κινητό. Μόλις έφτασε στον κάδο του είπε να ανοίξει μια μικρή σακούλα που κρεμόταν απ’ έξω. Μέσα βρήκε ένα κινητό τηλέφωνο. Πέταξε το δικό του μέσα στον κάδο και συνέχισε με αυτό.
Οδηγούσε και η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Έπρεπε να κάνει γρήγορα! Η Στέλλα ήταν έγκυος, και μόνο η ταραχή μπορούσε να την βλάψει. Και το ήθελαν με τον Ανδρέα τόσο πολύ αυτό το παιδί… Το πάλευαν χρόνια. Δεν θα ξεχάσει ποτέ την απελπισία στα μάτια του φίλου του όταν πίστεψε πως δε θα τα κατάφερναν ποτέ. Κι ύστερα η ευτυχία όταν ήρθε το θαύμα! Γιατί σαν θαύμα χαρακτήρισαν οι γιατροί αυτή την εγκυμοσύνη. Και τώρα η γυναίκα του “αδερφού” του με το μωρό τους στην κοιλιά της, βρισκόταν στα χέρια ενός εγκληματία. Κι αν την είχε πειράξει; Ο Πετρίδης τον διαβεβαίωνε πως ήταν καλά και αρνιόταν να του την δώσει στο τηλέφωνο, αλλά γιατί να τον πιστέψει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Για πρώτη φορά στην καριέρα του λειτούργησε τόσο παρορμητικά.
Οδηγούσε πολλή ώρα, δεν είχε ιδέα που βρισκόταν. Κάποια στιγμή, σε μια ερημιά, ο Πετρίδης του είπε να σταματήσει και να πετάξει το όπλο του από το παράθυρο.
«Δεν έχω όπλο».
«Έλα τώρα αστυνόμε, γελάνε και οι πέτρες! Πέτα το όπλο σου να τελειώνουμε μην έχουμε γεννητούρια νυχτιάτικα!»
Ο Φίλιππος έσφιξε τα δόντια και έκανε ότι του είπε. Ξεκίνησε ξανά.
Μετά από λίγο έφτασε έξω από μια παλιά αποθήκη. Μόλις πέρασε την πόρτα άκουσε ένα γυναικείο μουγκρητό. Έτρεξε και τότε ξαφνιάστηκε. Είδε τον Πετρίδη να στέκεται πίσω από μια γυναίκα με δεμένο το στόμα της και να την σημαδεύει με το όπλο του στο κεφάλι. Μια άγνωστη γυναίκα.
«Πετρίδη; Τι γίνεται; Ποια είναι αυτή;»
«Τώρα αλήθεια πίστεψες πως θα πείραζα μια έγκυο γυναίκα;»
«Τότε γιατί; Ποια είναι αυτή;»
«Αυτή την βρήκα στον δρόμο, την χρειαζόμουν για δόλωμα».
«Και γιατί μου είπες για την Στέλλα;»
«Ανόητε! Γιατί χρειαζόμουν το μυαλό σου να θολώσει, να βιαστείς, να πανικοβληθείς, να υπακούς άνευ όρων, να μην προλάβεις να οργανώσεις κανένα σχέδιο εναντίον μου! Και φυσικά, το πέτυχα!» γελούσε αλαζονικά.
«Ωραία, το πέτυχες! Άσε τώρα την κοπέλα να φύγει, δεν σου φταίει σε τίποτα, εμένα ήθελες και με έχεις».
«Κάνεις λάθος αν νομίζεις πως ήθελα εσένα».
«Αλλά ποιον;»
«Μην είσαι ανυπόμονος αστυνόμε! Όλα στην ώρα τους. Τώρα πήγαινε εκεί και δέσε το δεξί σου χέρι!» είπε και του έδειξε ένα σίδερο στον τοίχο από το οποίο ήταν περασμένη μία χειροπέδα ενώ το ζευγάρι της κρεμιόταν ελεύθερο.
Ο Φίλιππος τον κοίταξε βαριανασαίνοντας για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα έκανε ότι του είπε.
«Άσε την κοπέλα τώρα!»
«Δεν είναι ώρα ακόμα…»
«Μα τι περιμένεις;»
Τότε ακούστηκε ένα αυτοκίνητο να σβήνει την μηχανή του έξω από την αποθήκη.
«Αυτό!» είπε ικανοποιημένος ο Πετρίδης.
«Ποιος είναι;» ο Φίλιππος μόλις είχε καταλάβει το σχέδιο του Πετρίδη και απλά ευχόταν να κάνει λάθος.
Δύο λεπτά αργότερα είδε τον Ανδρέα να περνάει την πόρτα κρατώντας με τα δυο του χέρια το όπλο του.
«Σαν το ποντίκι στη φάκα!» ο Πετρίδης απολάμβανε το κατόρθωμά του. «Πέτα το όπλο τώρα!» φώναξε σφίγγοντας με το ένα του χέρι τον λαιμό της γυναίκας ενώ με το άλλο πίεζε το όπλο στον κρόταφό της κι εκείνη ξεφώνιζε πανικόβλητη τρέμοντας από φόβο.
Ο Ανδρέας με αργές κινήσεις έσκυψε και άφησε το όπλο του στο πάτωμα κι ύστερα έμεινε όρθιος με τα χέρια υψωμένα στα πλάγια.
«Μπράβο, καλό αγόρι. Ήμουν σίγουρος ότι θα ακολουθούσες τον φίλο σου, κι αν όχι θα σε έφερνα εγώ εδώ. Αλλά είστε προβλέψιμοι ευτυχώς και δεν με βάλατε σε κόπο. Τώρα θα σας πω μια ιστορία. Είχα κι εγώ έναν παιδικό φίλο. Μεγαλώσαμε μαζί. Αδερφό μου τον έλεγα. Αυτόν τον φίλο σε είδα λοιπόν μια μέρα να τον σκοτώνεις».
«Πώς ξέρεις ότι το έκανα εγώ; Έπεσαν τόσες σφαίρες…» φώναξε ο Φίλιππος.
«Η δικιά σου ήταν αυτή που τον έριξε κάτω νεκρό! Τώρα λοιπόν ήρθε η ώρα να πληρώσεις με το ίδιο νόμισμα, με τον δικό σου “αδερφό”…» είπε κι έσπρωξε την κοπέλα μακριά του, ενώ έστρεφε το όπλο προς τον Ανδρέα πατώντας την σκανδάλη δυο φορές.
Το κορμί του Ανδρέα τραντάχτηκε ολόκληρο κι έπειτα σωριάστηκε στο πάτωμα. Σχεδόν ταυτόχρονα ο Φίλιππος ούρλιαξε ένα «Όχι!» και με το ελεύθερο χέρι τράβηξε από το πόδι του το κρυφό του όπλο και πυροβόλησε τον Πετρίδη στο μέτωπο ρίχνοντας τον κάτω νεκρό.
Η κοπέλα έτρεξε προς την έξοδο σοκαρισμένη.
«Περίμενε! Ξέρεις που έχει το κλειδί;» ο Φίλιππος έδειξε τις χειροπέδες.
Εκείνη σαστισμένη, του πέταξε ένα σακίδιο που είχε μαζί του ο Πετρίδης κι αμέσως εξαφανίστηκε. Ο Φίλιππος βρήκε το κλειδί κι ελευθερώθηκε. Έτρεξε στον φίλο του γεμάτος πανικό φωνάζοντας το όνομά του. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Γιατί ρε φίλε, γιατί με ακολούθησες, γιατί; Σε παρακαλώ σήκω πάνω, πρέπει να δεις το παιδί σου να γεννιέται! Τι θα πω στη Στέλλα; Σήκω ρε μ’ ακούς;» φώναζε καθώς έψαχνε να βρει τον σφυγμό του με τρεμάμενα χέρια. Τότε, μες την ταραχή του, πρόσεξε πως δεν είχε αίμα πουθενά επάνω του ο Ανδρέας…
«Άσε ρε μαλάκα την κλάψα και κλαις άγαρμπα!» ο Ανδρέας άνοιξε τα μάτια του ζαλισμένος κι ο Φίλιππος τα έχασε. Τότε κατάλαβε… Άνοιξε το μπουφάν του φίλου του και είδε το αλεξίσφαιρο γιλέκο. Γέλασε δυνατά, λυτρωτικά κι αμέσως αγκάλιασε τον φίλο του.

ΔΩΡΟΘΕΤΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ: ΔΙΟΠΤΡΑ